1/

Τα εγγύς και τα πέραν

Δισκογραφία
Κριτικές Δίσκων

Ξεχωριστός και σημαντικός δίσκος. Ζωντανή ηχογράφηση από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 16 Μαΐου 2008. Πέντε έργα του Νίκου Κυπουργού, σε πρώτη εκτέλεση: 1) «Το πέραν», πέντε ύμνοι «πάνω σε κείμενα μιας γλώσσας χαμένης» για εκκλησιαστικό όργανο, ορχήστρα και παιδική χορωδία, έργο γραμμένο ειδικά για τη συναυλία ύστερα από παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής. 2) «Ανοιξη στον Αίμο», επτά μικρές ορχηστρικές συνθέσεις για έγχορδα και κρουστά σε ύφος «ανατολικό». Τα θέματα προέρχονται από την κινηματογραφική μουσική του συνθέτη («Rom», «Ο Δραπέτης», «Meri – Amer», «Memed My Hawk», «Passeurs De Reves», «Sevgilim Istanbul»). 3) «Αναφορά στο Μόραλη», θέμα από το ντοκιμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου για τη ζωή και το έργο του μεγάλου Ελληνα ζωγράφου. 4) «Ανδρομάχη», μουσική για την παράσταση του ομώνυμου έργου του Ρακίνα που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο (2007) από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου. 5) «In Canto», κινηματογραφική σουίτα που αποτελείται από τέσσερις μικρότερες σουίτες με θέματα από τις ταινίες «Black Out», «Οι ακροβάτες του κήπου», «Ουτοπία», «Οξυγόνο». Για τα πέντε τραγούδια των ταινιών αυτών ο συνθέτης διάλεξε την Ελευθερία Αρβανιτάκη.
Εκτός από τις εμπνευσμένες συνθέσεις του Νίκου Κυπουργού και τις ωραίες ενορχηστρώσεις, εκείνο που πιστεύω πως συμβάλλει αποφασιστικά στην ανάδειξη του συνόλου ως ενός υψηλής αισθητικής ωραίου και καλού έργου, είναι η συμβολή της Καμεράτας – Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, υπό τον Αλέξανδρο Μυράτ, εμπλουτισμένης με καλούς μουσικούς, όπως είναι ο Θόδωρος Κοτεπάνος στο εκκλησιαστικό όργανο και το πιάνο, ο Δημήτρης Δεσύλλας στα κρουστά κ.ά. Δεν πρέπει να παραλείψουμε την εντυπωσιακή συμμετοχή της Παιδικής Χορωδίας Νέας Γενιάς Ζηρίδη, που αποτελείται κυρίως από παιδιά του Δημοτικού.
Στο ένθετο του δίσκου δημοσιεύεται ένα ενδιαφέρον σημείωμα του Μένη Κουμανταρέα στο οποίο, μεταξύ άλλων, επιχειρεί και μια περιγραφή με λόγια της μουσικής αυτής. Αν και παρόμοιες περιγραφές είναι συνήθως πολύ υποκειμενικές, συχνά και αφηρημένες, θα συμφωνούσα ωστόσο σε μερικές σχετικές διατυπώσεις, όπως: «Μια μουσική που, ακόμα κι όταν είναι ρυθμική και νευρώδης, ποτέ δεν βιάζεται, αργοπορεί, μάλιστα, κάποτε θεληματικά. […]. Οι ήχοι του μοιάζουν φορές φορές να βγαίνουν από τα Λαγγεμένα βάθη της Ανατολής (καθόλου με τον τρόπο του αμερικανικού κινηματογράφου), ήχοι που απλώνονται νωχελικά, κι ενώ φαίνονται στιγμές στιγμές να λιμνάζουν, γρήγορα ανανεώνονται και προχωρούν, θυμίζουν έρωτες άνηβων κοριτσιών, τραγούδια από παιδικές παρέες, νανουρίσματα, θρήνους ανατολίτικους, τσιγγάνικα ξεσπάσματα, περασμένα όμως μέσα από τη διεργασία και το μάτι ενός δυτικού. Σε καμιά περίπτωση δεν κάνουν φολκλόρ. […] Υπάρχει κάτι βαλκανικό σ’ αυτή τη μουσική, που δανείζεται από τους λαούς της χερσονήσου του Αίμου και εκτείνεται στην Εγγύς Ανατολή. […]. Μια μουσική που ζυγιάζεται ανάμεσα στον κυρίαρχο λυρισμό και την υφέρπουσα δραματική ένταση. Ρυθμοί κυρίως εσωτερικοί, που αντιβαίνουν κι αντιμάχονται την ταχύτητα της εποχής μας, ξορκίζοντάς τη…”
Το μόνο που δεν με βρίσκει σύμφωνο είναι τα περί των… Λαγγεμένων (εκ του αρχ. ρήματος «λαγγάζω» = πηδώ, σκιρτώ και μτφ. χαυνώνομαι από ερωτικό πόθο) βαθών μιας όποιας Ανατολής. Πιστεύω πως εδώ το σχόλιο αστοχεί και μάλιστα διπλά, καθώς επιπλέον αποτάσσει πάσαν ομοιότητα με τον τρόπο του αμερικανικού κινηματογράφου, ενώ ακριβώς από εκεί εκπορεύονται (χωρίς να το αναφέρω αυτό ως αρνητικό) οι «ανατολίτικοι» τρόποι του συνθέτη. Οπως και να ‘χει ,πάντως, το σημείωμα αυτό ας τελειώσει όπως άρχισε: Ξεχωριστός και σημαντικός δίσκος.

Γιώργος Ε. Παπαδάκης, Ελευθεροτυπία, 21 Απριλίου 2010