Σιωπή ο βασιλιάς ακούει

Κριτικές Παραστάσεων

ΣΙΩΠΗ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΚΟΥΕΙ
ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ (18-19/1 1994)

(…) Το πρώτο μεγάλο χειροκρότημα της βραδιάς ήταν για το “Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει” του Κυπουργού, που χρησιμοποίησε μεν το παραμύθι με τα ρούχα του βασιλιά, αλλά την ίδια στιγμή σατίριζε τη σύγχρονη ελληνική μουσική πραγματικότητα, παρασύροντας μάλιστα σε ρόλους ηθοποιού και το μαέστρο Θόδωρο Αντωνίου, τους μουσικούς της ορχήστρας ΑΛΕΑ ΙΙΙ, ακόμα και την κόρη του ανάμεσα στους θεατές, που πέταξε την τελευταία κουβέντα “μπαμπά δεν ακούω τίποτα” – πριν ο κόσμος ξεσπάσει σε γέλια και επευφημίες. (…) Εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς προκάλεσε η παρουσίαση των έργων “Σιωπή ο βασιλιάς ακούει” του Νίκου Κυπουργού και “Η Κοκκινοσκουφίτσα” του Γιώργου Κουρουπού.(…) Η μουσική, η οποία υποστήριξε το λόγο, φωτεινή, ειλικρινής, άμεση, υπερέβαινε την υποχρέωση του απλού σχολιασμού και της συνοδείας της δράσης, συμβάλλοντας σημαντικά στην αυθόρμητη υποδοχή και στην ένταση του ψυχαγωγικού στοιχείου της παράστασης.
Γιώργος Μονεμβασίτης, Ελευθεροτυπία, 20 και 26 Ιανουαρίου 1994


Ποιός δαίμονας μας εμποδίζει να παραμελούμε τους μύθους: Να παραμελούμε τους Έλληνες δημιουργούς; Γιατί στην ευχή δεν αγαπάμε αυτό που παράγει ο τόπος; Και το πιό σημαντικό, τι μας κάνει εμάς τους κονδυλοφόρους να έχουμε προκατασκευασμένες απόψεις για καθετί; Το Μέγαρο Μουσικής ξανά στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δύο καταπληκτικά μικρά μιούζικαλ στην αίθουσα Μητρόπουλου. “Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει…” του Νίκου Κυπουργού και η “Κοκκινοσκουφίτσα” του Γιώργου Κουρουπού. Ας γράψουν οι μουσικοκριτικοί διθυράμβους. Καιρός δεν είναι να σταματήσουμε την καραμέλα του Μίκη και του Μάνου; Καιρός δεν είναι να αλλάξουμε το σλόγκαν “μετά από αυτούς το χάος…”; Τελικά νομίζω ότι πάλι εμείς, οι δημοσιογράφοι, φταίμε για όλα. Ο Κυπουργός και ο Κουρουπός σίγουρα διαθέτουν μια πολύ σημαντική θέση ανάμεσα στούς νέους συνθέτες. Τους αξίζει ο μύθος. Τα μικρά τους μιούζικαλ, με χιούμορ, ευρηματικά, αξιοποίησαν το βασικό στόρι του μιούζικαλ για να το σατιρίσουν. Τραγουδήθηκαν τέλεια από την Τίνα Μαλακατέ και τον Χριστογιαννόπουλο και παρουσιάστηκαν μόνο για δύο παραστάσεις. Κανονικά, θά ‘πρεπε ν’ απαγορεύεται δια ροπάλου τόσο σημαντικά νέα μουσικά έργα να ανεβαίνουν για δύο μόνο παραστάσεις. Να μήν προλαβαίνουν να δημιουργήσουν το μύθο τους, να μην τα παρακολουθεί ένα μεγαλύτερο κοινό. Αίτημα πρός το Μέγαρο: Να επαναληφθούν οι παραστάσεις.(…)
‘Αννα Μιχαλιτσιάνου, περιοδικό Ένα. 26 Ιανουαρίου 1994


(…) Μόνο ενθουσιώδη σχόλια ακούμε γύρω γύρω: “Τό ‘χασες: Α, δεν μπορείς να φανταστείς τι έχασες!” Και τα μέρη του Κουρουπού και του Κούκου, αλλά ιδίως το έργο του Νίκου Κυπουργού “Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει” έχουν αφήσει σπουδαίες εντυπώσεις – στους λίγους που δεν τα έχασαν. Διότι, άλλωστε, και πόσοι να χωρέσουν στην 600 θέσεων αίθουσα Μητρόπουλου: Φυσικά το πολύ 1200, στις δύο παραστάσεις! Αλλά γιατί μόνο δύο παραστάσεις, κύριε Μέγαρε; Το παράγγειλες το έργο, το πλήρωσες, το έστησες, δώσε μια άνεση να το χαρούν περισσότεροι…
Μεσημβρινή, 31 Ιανουαρίου 1994


Ο Νίκος Κυπουργός στο “Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει” επιβεβαίωσε με μη αμφισβητούμενα επιχειρήματα τη μουσική του στόφα. Απέδειξε ότι όχι μόνο αντιλαμβάνεται σωστά τη θεατρική στιγμή όπως την πλάθει ο λόγος, αλλά και ότι γνωρίζει να την φορμάρει μουσικώς, να την επενδύει με αγωγές και μελωδίες τέτοιας υφής, που να υπογραμμίζονται η ειρωνία, ο σαρκασμός, ακόμη και οι λυρικότητες και οι συναισθηματισμοί εκείνοι που πλουμίζουν και ομορφαίνουν το έργο. Σημειώνω το στιγμιότυπο του σολφέζ. Ήταν ένα ευφυέστατο μουσικό εύρημα που χρειαζόταν επιμήκυνση (…)
Κώστας Χαραλαμπίδης, Νίκη, 2 Φεβρουαρίου 1994


(…)Μία ακόμη από τις παραγγελίες του ΟΜΜΑ – μια ακόμη αυτής της έξοχης πρωτοβουλίας του, το απολαυστικό έργο του Νίκου Κυπουργού “Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει”. Το μικρό αλλά θαυματουργό αυτό μιούζικαλ είναι σύνθεση του 1993. (…) Ο Τάσης Χριστογιαννόπυλος (βασιλιάς), υπήρξε εκθαμβωτικός με το έμφυτο ταλέντο του, έκλεψε την παράσταση με ένα έργο που – όπως και η “Κοκκινοσκουφίτσα” του Κουρουπού- αποτελεί διαμαντάκι του είδους και πολύ θα θέλαμε να το ξαναδούμε.
Ανδρέας Ρικάκης, Καθημερινή, 5 Μαρτίου 1994


Παιδικό Θέατρο: Σιωπή, ακούστε το θέατρο

Το μιούζικαλ Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει (μουσική: Ν. Κυπουργός, κείμενο: Ν. Κυπουργός, Θ. Μοσχόπουλος) είναι έργο για παιδιά ή, για την ακρίβεια, για όσους διατηρούν την παιδική ανοικτότητα και την ανεπιτήδευτη ευθυκρισία των παιδιών. Το έργο (πρώτη παράσταση: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 1993) παρουσιάζεται φέτος στον πολυχώρο Bios από την εταιρεία μουσικού θεάτρου «Οι Όπερες των Ζητιάνων».
Το μιούζικαλ Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει εκκινεί από το παραμύθι «Τα ρούχα του βασιλιά» και παραλλάσσει την προβληματική του. Ο βασιλιάς ζητά από το μουσικό της αυλής του να συνθέσει ένα έργο το οποίο θα συνδυάζει αρμονικά τις μουσικές που τον έχουν συγκινήσει κατά καιρούς. Ο βασιλιάς θα ήθελε να ζει στην εποχή του Μότσαρτ ή του Μπαχ ή του Μπετόβεν… Αυτό όμως που επιθυμεί στο βάθος είναι μια μελωδία που θα του ταράζει την καρδιά, θα δίνει νόημα στη ζωή του. Ο μουσικός της αυλής είναι απελπισμένος. Ό,τι και αν συνθέτει, όσο και να προσπαθεί, ο βασιλιάς μένει δυσαρεστημένος. Ο μουσικός νιώθει πως έχει στερέψει από έμπνευση, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται η περιφρονημένη από τη σύγχρονη μουσική Μούσα, για να τον βοηθήσει. Μαζί γράφουν μια υπέροχη μελωδία, ενώ στον ανικανοποίητο βασιλιά η Μούσα δίνει ένα καλό μάθημα. Υποδύεται την κοσμογυρισμένη διάσημη μουσικό, που τις συνθέσεις της μπορούν να ακούσουν μόνο οι εκλεπτυσμένοι ακροατές. Η Μούσα και ο μουσικός παρουσιάζουν ένα «αριστούργημα» σιωπής, για να καταδειχθεί στο τέλος ότι ο βασιλιάς είναι θλιβερός, μόνος, ξενόδουλος και χωρίς μουσικό αίσθημα…
Η παράσταση πατάει γερά στην πλούσια (αισθητικά και διανοητικά) μουσική του Κυπουργού και στο ευφυές κείμενο του Μοσχόπουλου, διαπλέκοντας με τρόπο αναπάντεχο το παραμύθι με το σολφέζ και τη θεωρία της μουσικής! Η διακειμενικότητα και η αισθητική της μεταδραματικής σκηνής χρησιμοποιούνται παραδειγματικά. Τοποθετώντας το θεατρικό γεγονός μέσα στο εργοστασιακό κέλυφος της σκηνής του Bios, οι συντελεστές της παράστασης έχουν κάνει την πλέον κρίσιμη επιλογή. Γυμνώνουν το έργο από περιττές σημειώσεις και βοηθούν το θεατή να εστιάσει στην παράσταση και στον τρόπο που αυτή αρθρώνεται.
Η σκηνοθεσία της Μ. Κάλμπαρη αναδεικνύει τον συνθετικό χαρακτήρα του έργου, ακριβώς γιατί προβάλλει τη μηχανική τής ερμηνείας. Η παραλληλία και η ετερότητα κινήσεων και λόγων, ως ένα είδος αναδιπλασιαστικού – αναστοχαστικού σχολίου, καθώς και η χρήση του δεύτερου ορόφου που «βλέπει» στην αίθουσα, θα μπορούσαν, ωστόσο, να είναι λίγο πιο εκτεταμένες, τονίζοντας έτσι το νοηματικό παλίμψηστο του έργου. Οι ηθοποιοί (Ι. Φόρτη, Δ. Δημόπουλος, Ζ. Κουτελιέρης) κινούνται συγκοπτόμενα, συχνά με τη λογική της μαριονέτας ή του καρτούν, κάνουν μούτες, σωματοποιούν τα αισθήματα και τη μουσική, εμφαίνουν στο φαρσικό και το επίπλαστο και χρησιμοποιούν με γενναιοδωρία τις φωνητικές τους δυνατότητες, για να χτίσουν το παραστασιακό γεγονός. Ο Χ. Γωγιός, υπεύθυνος για την ενορχήστρωση και τη μουσική διδασκαλία, ξεκλειδώνει προσεκτικά τους μουσικούς κώδικες και καθοδηγεί με ακρίβεια και ευαισθησία ηθοποιούς και μουσικούς (Artefacts ensemble) στο παραστασιακό παίγνιο. Η οργάνωση του χώρου (σκηνικά-κοστούμια: Κ. Ζαμάνης, φωτισμοί: Ν. Σωτηρόπουλος) είναι συνεπής με τα προτάγματα της ομάδας. Λίγα μέσα, μεταμοντέρνα αισθητική, λιτές και πλακάτες χρωματικές επιλογές, ενήλικη παιδικότητα και καρναβαλικά ενδυματολογικά ψήγματα λειτουργούν ισορροπημένα, χωρίς εξάρσεις. Καλή η επιλογή του παιχνιδιού με τις αντανακλάσεις και τις σκιές, αλλά θα μπορούσε σίγουρα να είναι τολμηρότερη.
Τελικά, η ομάδα «Όπερες των Ζητιάνων», έχοντας στα χέρια της ένα πρώτης τάξεως υλικό, καταφέρνει να παρουσιάσει μια θεατρική πρόταση που συγκινεί το κοινό της πόλης, το κοινό που είναι εξοικειωμένο με τον άναρχο κόσμο της τεχνολογίας και που δύσκολα εκπλήσσεται, καθώς επιβιώνει μέσα στις εικόνες και τους ήχους. Καθαρίζοντας το υλικό από το «θόρυβο», προσκαλούν παιδιά και ενήλικες να νιώσουν το μουσικό θέατρο, παραδίδοντας παράλληλα ένα άρτιο μάθημα σύγχρονης διδακτικής της μουσικής, που τόσο λείπει από τα ωδεία μας.
Ελευθερία Ράπτου, Η Αυγή, 30/04/2010