επικοινωνία ·  en | gr

o Νίκος Κυπουργός / Η μουσική του

Η Γιορίντε, ο ακροβάτης και η κουκουβάγια
sub


έτος κυκλοφορίας: 2001
Λύρα
    Γιώργος Μουλουδάκης:

    O NEOΣ ΚΑΙ Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ

  • 01. Πρόσωπα της εφηβείας (3:03)
  • 02. H Γιορτή (1:36)
  • 03. Το τύμπανο (0:45)
  • 04. Γαλάζιο αμαξάκι (1:02)
  • 05. Βαμβακεροί τοίχοι (0:34)
  • 06. Εμμονή (1:20)
  • 07. Παράκληση (0:19)
  • 08. Αθήνα (2:58)
  • 09. Νυχτερινή πτήση (1:45)
  • 10. Μικρή επιστροφή (0:14)
  • 11. Η πομπή (1:29)
  • 12. Παλιοί συμμαθητές (1:19)
  • 13. Πράσινη γραμμή (0:52)
  • 14. Δάσκαλοι (0:43)
  • 15. Τρείς κάμαρες (2:12)
  • 16. Μια μικρή κουκουβάγια (0:40)
    Νίκος Κυπουργός:

    ΕΝΝΕΑ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΓΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

  • 17. Ένα ψάθινο καπέλο (2:27)
  • 18. Το σπασμένο παιχνίδι (2:13)
  • 19. Κυνηγητό για τρείς (1:28)
     
  • 20. Η άδεια πλατεία (1:46)
  • 21. Ο ακροβάτης (1:02)
     
  • 22. Το αλογάκι της παναγίας (0:56)
  • 23. Ψιχαλίζει (2:16)
  • 24. Το πέρασμα του καβαλάρη (1:34)
  • 25. Το μονοπάτι για το σπίτι (2:59)
  • Γιώργος Κουμεντάκης:

    ΣΟΥΙΤΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ

  • 26. Η όμορφη Κατερινούλα και ο Πιφ-Παφ Γαντζονούρης (2:58)
  • 27. Ο θαυμαστός βιολιστής (1:56)
  • 28. Η τριανταφυλλένια (2:24)
  • 29. Γιορίντε και Γιορινγκελ (2:23)
  • 30. Η κοκκινοσκουφίτσα (4:43)



(...) Οι Εννέα μουσικές εικόνες για κιθάρα πληροφορεί Ο Νίκος Κυπουργός, είναι βασισμένες σε απλά και σύντομα θέματα που γράφτηκαν από το 1990 ως το 1996, οπότε και συγκεντρώθηκαν σε ένα ενιαίο έργο για κιθάρα. "Κατά καιρούς τα θέματα αυτά πήραν διάφορες μορφές και χρησιμοποιήθηκαν για να ντύσουν θεατρικές η κινηματογραφικές εικόνες, που -συμπτωματικά ή όχι-  σχετίζονταν όλες με παιδιά". Το  κοινό χαρακτηριστικό των θεμάτων, το οποίο βοηθάει την ανάδειξή τους απο την κιθάρα είναι η "σχεδόν έμμονη επανάληψη κάποιας μελωδικής, αρμονικής η ρυθμικής ιδέας" (πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα η "¨Αδεια Πλατεία'').

Τα μουσικά κομμάτια δεν κρύβουν το γεγονός οτι γράφτηκαν για να συνοδεύουν εικόνες αλλά ο τρόπος που δομούνται και εν τέλει "λύνονται" -σαν συναρμολογούμενες κούκλες η παιδικοί γρίφοι- τους δίνει μια μουσική αυτοτέλεια. Οι μουσικές καλούν τον ακροατή να τις συμπληρώσει ο ίδιος με εικόνες, και εντέλει να τις συναρμολογήσει ο ίδιος σε μια αφήγηση.

Η παραμυθική αφήγηση παίζει κομβικό ρόλο στο έργο του Κυπουργού. Ας μην ξεχνούμε ότι το μεγάλο κοινό στην Ελλάδα τον γνώρισε απο την συμμετοχή του στη δημιουργική ομάδα της Λιλιπούπολης, της οποίας τα τραγούδια συνόδευσαν το πιο επιτυχημένο σύγχρονο ελληνικό παραμύθι. Ίσως αυτή η εμπειρία (όπως επίσης και η μετέπειτα θητεία του στην μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο) να μην είναι άσχετη με τον τρόπο που ο ίδιος αντιμετωπίζει συχνά την μουσική ως ταυτόχρονα και μέσα και έξω απο τις αφηγήσεις του. Την ίδια στιγμή, δηλαδή, μέσο μιας διήγησης, αλλά και υλικό και βασικό σύμβολό της. Η μουσική διασκευή για παράδειγμα του παραμυθιού "Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει" (1995) είναι χαρακτηριστικά ενδεικτική αυτής της στρατηγικής: στο τέλος του παραμυθιού, όταν ο βασιλιάς βρίσκεται γυμνός στον δρόμο και οι πάντες υποκύπτουν στο συλλογικό παροξυσμό ότι "όχι, φοράει την ωραιότερη στολή του κόσμου", η ορχήστρα σταματά να παίζει, αλλά μουσικοί και μαέστρος συνεχίζουν να κινούνται σαν να εξακολουθούν να ερμηνεύουν. Έπειτα από λίγη ώρα νευρικής ησυχίας, με το κοινό να αναρωτιέται αν πρέπει να χειροκροτήσει ή αν ακούει κάτι ριζοσπαστικό που του διαφεύγει, ένα παιδάκι φωνάζει, κατ΄αναλογίαν με το παραμύθι, " δεν ακούω τίποτα - οι μουσικοί σταμάτησαν να παίζουν".

Αντιμετωπίστε τον δίσκο αυτόν, σαν ένα παρόμοιο παραμύθι. Σαν η κιθάρα να ψάχνει διαρκώς να μας θυμίσει μια μνήμη εξ ορισμού και όχι εξ΄αναμνήσεως. Μνήμη κατασκευασμένη δηλαδή εξολοκλήρου στο παρόν, χωρίς παρελθόν. Σαν η ιστορία να λέει ότι κάπου εκεί κατοικεί τελικά όλη η τέχνη της: στο οξύμωρο μιας μνήμης γυμνής.

Δημήτρης Παπανικολάου


κριτικές

Μιλώντας κανείς για υψηλή τέχνη, έχει συνήθως στο μυαλό του πράγματα δύσκολα, θολά και μεγαλεπήβολα, πράγματα που είναι απρόσιτα ή και ακατανόητα σε αυτό το άμοιρο αλλά και απροσδιόριστο «ευρύ κοινό». Αντ´αυτού λοιπόν, πάμε στα απλά και σίγουρα, στο όνομα των οποίων συχνά καταλήγουμε στην κακώς (ως και χείριστα) εννοούμενη ευκολία, στην επανάληψη και στην επανάληψη αυτής. Ο δίσκος αυτός είναι από εκείνα τα πολύ ευτυχή παραδείγματα στη δισκογραφία που, όχι μόνο διαλύουν τέτοια ψευδή διλήμματα, αλλά αποτελούν το υπόδειγμα αυτού που θα έπρεπε να θεωρούμε καλλιτεχνία και δημιουργία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δημιουργία-απότοκο ανάγκης, με συντελεστές με σαφείς προθέσεις και με παρουσία και ικανότητες πέραν της όποιας ανάγκης αξιολόγησης και με αποτέλεσμα συνεπές μέχρι της τελευταίας λεπτομέρειας στο όραμα αυτής της ανάγκης δημιουργίας, εξ ου και υψηλής τέχνης τελικά. Η ευτυχής σύμπραξη των Γιώργου Μουλουδάκη, Νίκου Κυπουργού και Γιώργου Κουμεντάκη ορίζει το συνώνυμο της αρτιότητας και το αντώνυμο της τυποποίησης γιατί προέρχεται από ανθρώπους που συνειδητά επέλεξαν να έχουν πορεία αντί να έχουν καριέρα. Μου είναι δύσκολο να αναλύσω μουσικές ή παίξιμο, πρώτον γιατί αισθάνομαι ότι σε τόσο μοναδικό αποτέλεσμα τα όποια λόγια είναι έωλα και δεύτερον γιατί αυτός ο δίσκος δεν έγινε για να δούμε πόσο σπουδαίοι είναι οι εν λόγω συνθέτες ή ότι ο Μουλουδάκης είναι (αυτό που για στείρα στατιστικούς λόγους κατάταξης θα λέγαμε) κιθαριστής (ή σολίστ ή ό,τι προτιμάτε) παγκοσμίου κλάσεως. Αντάξια και η παρουσία των «αφανών» συντελεστών, δηλαδή της ηχογραφικής ομάδας του Studio 19, των Κώστα και Γιώργου Βαβυλουσάκη στο σχεδιασμό της έκδοσης και των Δημήτρη Παπανικολάου και Αλέξανδρου Ψυχούλη για το εξαίρετο σημείωμα και την πολύ εύγλωττη φωτογραφία αντιστοίχως.
Πάραυτα, η τελειότητα που υπάρχει εδώ δεν είναι ο στόχος. Είναι το μέσο για το στόχο, τον οποίο εισέπραξα ως μία ευθέως συναισθηματική πραγματεία για την επιστροφή στην αθωότητα μέσα από το πρίσμα μιας ενηλικίωσης όχι στο απυρόβλητο, αλλά με σάρκα, οστά και επίγνωση. Η αφήγηση, το παραμύθι και η εξομολόγηση λειτουργούν συμβολικά, υπογραμμίζοντας τη διαδρομή μέσα από μνήμες και συνειρμούς που όλοι έχουμε κάπου, ενώ λέξεις που όλοι είπαμε κάποτε, συλλαβίζονται από την αρχή, ίσως σαν από μόνες τους, κομμάτια όλων, μα κανενός συγκεκριμένα. Απλά εξαιρετικό.

Ανδρέας Καρακατσάνης, tar, Μάρτιος 2007



Ένα απολύτως ισορροπημένο άλμπουμ,  ένα κιθαριστικό σάουντρακ από τρεις δημιουργούς που οι συνομιλίες τους ξεχωρίζουν για την καθαρότητα του λόγου τους.

Το Βήμα, 10 Ιουνίου 2001



Όταν η μουσικότητα του ερμηνευτή συναντά την ευαισθησία των συνθετών, το αποτέλεσμα είναι αναμφίβολα αξιόλογο.  Ταξιδεύει τον ακροατή σε κόσμους φανταστικούς,  όπου η υπέροχη απόδοση των μελωδικών γραμμών και η νοσταλγική διάθεση κυριαρχούν.  Χωρίς αμφιβολία μια ιδιαίτερης αξίας κυκλοφορία.

Κ.  Τηλιακός,  HiTech



Εν είδει ισορροπιστή,  ο δίσκος αυτός έρχεται να ανοίξει τις καρδιές στην κατάνυξη της υψηλής τεχνικής.  Τρεις Έλληνες δημιουργοί γράφουν για πρώτη φορά έργα για κιθάρα, προτιμώντας την ονειρική αφήγηση από την αφαιρετική πρόκληση,  τον υπαινιγμό από τον στόμφο,  το "μύθο" από το "ρεπορτάζ".

High Lights,  Σεπτέμβριος 2001





This site requires flash to be installed