επικοινωνία ·  en | gr

o Νίκος Κυπουργός / Η μουσική του




15/05/2008

Συνέντευξη στη Λένα Κιτσοπούλου, Athens Voice, 15 Μαίου 2008 Συνέντευξη στη Λένα Κιτσοπούλου

Athens Voice, 15 Μαίου 2008



Σε μία εποχή που όλα τρέχουν αγχωμένα γύρω μας και μέσα μας, ο Νίκος Κυπουργός καταφέρνει ακόμα να γράφει μουσική με αργές κινήσεις, να αντιστέκεται στο τέρας, όχι βρίζοντας και πετώντας του πέτρες, αλλά κοιτάζοντάς το με απορία, με το αθώο και διερευνητικό βλέμμα του παιδιού, χωρίς την αίσθηση του φόβου. Κάθομαι και ακούω το Slow Motion, το καινούργιο cd του Νίκου Κυπουργού και ο καναπές που κάθομαι στον Βύρωνα γίνεται τρένο, και τα ελληνικά μπαλκόνια απέναντί μου άλλοτε τούρκικα, άλλοτε κούρδικα, μεταμορφώνονται, και εγώ ταξιδεύω χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, στην Καππαδοκία, στον Καναδά, στην Πολωνία, στην Bενεζουέλα, πρώτη θέση και τζάμπα. Ο γύρος του Κόσμου σε μία ώρα, όσο είναι η διάρκεια αυτής της υπέροχης μουσικής από ταινίες για τον κινηματογράφο που επέλεξε από 13 ταινίες των τελευταίων 8 ετών (του νέου αιώνα!), έξι ελληνικών και επτά ξένων από Ευρώπη και Αμερική.

Λ. Slow Motion. Γιατί διάλεξες αυτόν τον τίτλο;
ΝΙΚΟΣ. Τον τίτλο τον πρότεινε ο φίλος και συνεργάτης μου Πάνος Παπαδόπουλος. Είναι η αργή κίνηση στον κινηματογράφο.Είναι κάτι που υπογραμμίζεις και το απλώνεις μέσα στον χρόνο,  λειτουργεί κάπως και σαν μεγεθυντικός φακός. Και είναι και αργά τα περισσότερα κομμάτια, οπότε αυτός ο τίτλος φωτίζει αυτή τη δουλειά με πολλούς τρόπους.

Λ. Έγραψες φέτος την μουσική για την παράσταση ΑΩ, που παίχτηκε στο Παλλάς, μία παράσταση ζωντανού σινεμά, ένα πάντρεμα θεάτρου,  animation, βίντεο, μουσικής, ήχων, βασισμένη στο διήγημα του Μπόρχες '' Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ '', σε σκηνοθεσία Ας Μπουλάγιεφ. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;
Ν. Ο Σταύρος Γασπαράτος, μου είπε μια μέρα «έλα σ’ ένα μπαρ να σε γνωρίσει ο Ας». Με τον Σταύρο, ο οποίος στο ΑΩ κάνει όλα το ηλεκτρονικό κομμάτι της μουσικής και συνολικά τον σχεδιασμό του ήχου, είχαμε γνωριστεί στην Πάτρα, είχε ένα συγκρότημα, τους γύρω - γύρω, μου κίνησε τότε το ενδιαφέρον η μουσική τους, το πάθος τους, το ψάξιμό τους για καινούργια πράγματα. Από τότε άρχισε μία συνεργασία σε θέατρα και σε ταινίες,  έγραφα εγώ τη μουσική, έπαιζαν όποτε χρειαζόταν τα παιδιά, ή έβαζε ο Σταύρος  ηλεκτρονικούς ήχους, ηχογραφούσε, επεξεργαζόταν στο κομπιούτερ... Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μου γνωρίζει τον Ας και σκέφτομαι, τι ωραία ανταπόδοση. Έφτασε η στιγμή που είμαστε πια ισότιμοι συνεργάτες. 

Λ. Σε μία από τις αρχικές πρόβες ο Ας μας είπε, «παιδιά, ακούστε ένα τέλειο τραγούδι του Κυπουργού. Είναι το αγαπημένο μου». Εγώ φανταζόμουνα ότι θα βάλει κάτι περίεργο, κανένα κινηματογραφικό με βιολιά, με ορχήστρα, κάτι τέτοιο, κι εκείνος μας έβαλε να ακούσουμε το '' Λεμονάδα πίνει μόνη, μόνη'', ένα σχεδόν παιδικό τραγούδι από την παράσταση «Γυάλινος Κόσμος», που τραγουδάει η κόρη σου, η Λυδία μαζί με την Ράνια Οικονομίδου. Μου έκανε εντύπωση.
Ν. Κι εγώ εξεπλάγην μ’ αυτό! Μου άρεσε... Ήταν χαρά και τιμή μου η συνεργασία αυτή με τον Ας Μπουλάγιεφ. Το ότι μία παρέα τριαντάρηδων με φώναξε να παίξω μαζί τους, για μένα είναι δώρο. Αυτοι οι άνθρωποι, ο Ας, ο Χριστόφορος Μπρέλλης και όλη η παρέα τους, έχουν ένα άλλο ήθος. Μου έκανε εντύπωση που δεν θέλανε ούτε στον χαιρετισμό να βγούνε στην πρεμιέρα. Στην συνέντευξη τύπου, όταν εγώ είπα ότι η παράσταση αυτή είναι κάτι νέο, με την έννοια ότι δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, ο Ας είπε ότι δεν είναι και τίποτα καινούργιο, έχουν ξαναγίνει πολλές φορές αυτά τα πράγματα. Εμένα αυτή η στάση, αυτή η σεμνότητα με συγκινούν. Το πιο δύσκολο πράγμα μεγαλώνοντας είναι να μην παθαίνεις αρτηριοσκλήρωση, να εξακολουθείς να έχεις τα μάτια σου στραμμένα στο καινούργιο. Στους νεότερους. Αυτά τα παιδιά μου πρόσφεραν μία ματιά σημερινή και τους ευχαριστώ γι αυτό. Μου χάρισαν αυτό το οποίο παλεύω να μην χάσω. 

Λ. Ακούω πολλές φορές να λέγεται ότι όλα πάνε κατά διαόλου, ότι η εποχή μας είναι χάλια, ότι οι παλαιότεροι λυπούνται τους νέους που πρέπει να ζήσουν σε αυτή την εποχή, ότι όλα πια έχουν γίνει στην τέχνη και ότι δεν υπάρχει τίποτα, και διάφορα τέτοια, ότι όλα έχουν ξεπουληθεί πια και δεν υπάρχουν αξίες. 
Ν. Αυτό λεγόταν πάντα, και από παιδί το θυμάμαι να επαναλαμβάνεται. Οι εποχές σ’ αυτό το σημείο είναι πάντα ίδιες. Και αν κάποια γενιά απέτυχε, τότε σίγουρα είναι η δική μου και όχι η νεότερη. Γιατί η δική μου γενιά βρίσκεται στην εξουσία αυτή τη στιγμή, η δική μου γενιά είναι υπεύθυνη γι’ αυτόν τον κόσμο που ζούμε σήμερα. Η δική μου γενιά δίδαξε την κομπίνα, το ψέμα και αν υπάρχει μία ελπίδα στον κόσμο, αυτή είναι οι νέοι άνθρωποι που τουλάχιστον δεν δοκιμάστηκαν ακόμα, ενώ εμείς δοκιμαστήκαμε. Μήπως αξιοποιήσαμε τις εμπειρίες μας, μιά και ζήσαμε τον Μαη του 68', ή την σεξουαλική απελευθέρωση; Δεν νομίζω. Οι εποχές είναι και θα είναι ίδιες. Μέσα στο βούρκο, θα είναι πάντα ελάχιστοι αυτοί που θα ψάχνουν να βρουν τα λουλουδάκια.

Λ. Ξέρω ότι είσαι γενικά αισιόδοξος άνθρωπος. Τι σε κάνει τελικά αισιόδοξο;
Ν. Πιστεύω στο καινούργιο, άρα και στους νέους. Πιστεύω στην εξέλιξη. Αλλά δεν πετάω και στα σύννεφα, τουλάχιστον όχι μονίμως. Πιστεύω ας πούμε ότι η τεχνολογική πρόοδος  μας εξαπατά και ότι τα πράγματα, εννοώ τα ουσιαστικά, εξελίσσονται πολύ αργά για τα μέτρα της μικρής μας ζωής. Γι αυτό έχω κι εγώ πολλούς λόγους να ανησυχώ: Πόσο χρόνο θα μας πάρει να συνειδητοποιήσουμε ότι εμείς οι Έλληνες για παράδειγμα είμαστε η ελίτ των προνομιούχων του πλανήτη, όχι μόνο που ζούμε σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά και που ζούμε όπως ζούμε. Με το ζόρι, έχοντας πολεμήσει για το αντίθετο, βρισκόμαστε κυρίαρχοι της περιοχής, έχουμε στη δούλεψή μας ανθρώπους πιό πολιτισμένους από εμας, μάθαμε να καταναλώνουμε σαν αυτό να είναι αυτονόητο δικαίωμά μας. Και πόσο χρόνο θα μας πάρει να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι εμείς οι «δυτικοί» ζούμε τελικά σε βάρος του Τρίτου Κόσμου; Το θέμα δεν είναι συναισθηματικό, θα το βρούμε αργά ή γρήγορα μπροστά μας και φοβούμαι με πολύ οδυνηρό τρόπο, αν εξακολουθούμε να κοιμόμαστε τον ύπνο του Δικαίου. Ο χρόνος, που λέγαμε πριν. Όσο αργούμε, τόσο το χειρότερο.

Λ. Ο Μάης του 68 μπορεί να μην έσωσε τον κόσμο, αλλά κάθε Μάης φέρνει μια νέα άνοιξη, και για να γυρίσουμε στα  τι φέρνει φέτος για σένα? 
Ν. Θα γίνει η συναυλία μου στο Μέγαρο Μουσικής, η οποία σίγουρα δε θ’ αλλάξει τον κόσμο! Αποτελείται από κινηματογραφικές σουίτες, ένα έργο για τον Μόραλη και ένα έργο βασισμένο σε κείμενα μίας γλώσσας ξεχασμένης, κάτι σαν ύμνοι, το οποίο λέγεται '' Τα Πέραν ''. Θα τραγουδάει παιδική χορωδία Ζηρίδη, θα παίζει η Καμεράτα, αλλά θα συμμετέχουν και πνευστά και κρουστά και εκκλησιαστικό όργανο. Τα τραγούδια που υπάρχουν στην συναυλία θα τα πει η Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Λ. Είναι πολλά και διαφορετικά αυτά που κάνεις, είναι οι ταινίες οι οποίες σε ταξιδεύουν από την δύση στην ανατολή ανάλογα με το θέμα τους και με τον τόπο στον οποίο γυρίζονται, είναι οι συναυλίες, είναι μουσικές για παραστάσεις, είναι πάντα διαφορετικό αυτό που καλείσαι να κάνεις είτε αυτό είναι παραγγελία, είτε είναι κάτι που ξεκινάει από μία προσωπική σου αναζήτηση, όπως π.χ. '' τα Πέραν''. Θα μπορούσες  να είσαι κάτι άλλο, αν δεν ήσουνα μουσικός;
Ν. Δεν νομίζω. Ίσως κηπουρός.

Λ. Λόγω ονόματος;
Ν. Δεν ξέρω, τα ονόματα έχουν κάποια σχέση.

Λ. Οπότε, με αυτή τη λογική θα μπορούσες να είσαι και υπουργός;
Ν. Θα μπορούσα, αλλά θα ήμουνα ο πιο αποτυχημένος υπουργός, δεν θα είχα μέλλον ούτε δύο ημερών.

Λ. Πώς βλέπεις την Ελλάδα σήμερα;
Ν.  Μου μοιάζει με ξεκούρδιστη ορχήστρα. Στο βάθος μία χορωδία φάλτσα. Στον δρόμο μία μπάντα που μοιάζει με παρωδία παράτας. Ο μαέστρος κουνάει τα χέρια του λάθος και ο αέρας του παίρνει από μπροστά του τις παρτιτούρες. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Οι ορχήστρες μας με την στενή, την κυριολεκτική έννοια της λέξης, έχουν εμφανώς βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια. Και άν είναι αλήθεια ότι η τέχνη δείχνει το δρόμο, ίσως και η συνολική ορχήστρα να βελτιωθεί. Να μάθουμε να ακούμε ο ένας τον άλλον.

Λ. Και εσύ; Είσαι μέλος αυτής της ορχήστρας;
Ν. Φυσικά, όλοι στην ίδια ορχήστρα παίζουμε, αλλά εγώ καμιά φορά κρύβομαι μέσα στα καμαρίνια και παίζω τις δικές μου νότες, ή παίρνω τα βουνά και κυττάζω προς τον ουρανό για να ακούσω τα πουλιά. Η φύση μας διδάσκει την ισσοροπία και τα πουλιά ευτυχώς δεν τραγουδούν ποτέ φάλτσα.

Θυμάμαι πολλά από τον Νίκο, τον ξέρω αρκετά χρόνια. Και πράγματι είναι σαν να πατάει στη γη και να κοιτάζει προς τον ουρανό. Άνθρωποι που τον ξέρουν, λένε πολλές φορές χαριτολογώντας, «καλά, ο Κυπουργός είναι αλλού». Εγώ πιστεύω ότι μόνο αν είσαι αλλού, είσαι και εδώ. Μία μέρα μπήκε σε μία από αυτές τις πολύωρες και εξαντλητικές πρόβες του Λευτέρη Βογιατζή, όπου εμείς παλεύαμε με φράσεις και λέξεις από το πρωί ως το βράδυ, μπαίνει λοιπόν ο Νίκος ενθουσιασμένος, «παιδιά, βγείτε όλοι έξω να δείτε την έκλειψη σελήνης». Διέλυσε την πρόβα. Μια αλλή φορά κολυμπώντας, μίλαγε στον ήλιο που έδυε, «που πας ήλιε, γιατί φεύγεις», και βγήκε από κει ένα τραγούδι για '' Τα Μυστικά του Κήπου ''. Φαίνεται ότι καμμιά φορά τα φώτα των αστεριών και των φεγγαριών τον εμπνέουν περισσότερο από τα φώτα της ΔΕΗ.

Λ. Εσύ πώς βλέπεις τη σχέση σου με την μουσική; 
Ν. Είναι μία σχέση ισσοροπίας και ανισσοροπίας. Ως ακροατής είμαι πολύ καλός, ώς δημιουργός είμαι αγχωμένος και ανασφαλής. Είναι μία σχέση έρωτος και φόβου. Στη μουσική έχουνε γίνει αριστουργήματα, οπότε πώς να μην νιώθεις δέος όταν πας κι εσύ να κάνεις μουσική; Εγώ τη μουσική την αγαπάω επειδή μου αρέσει να την ακούω.

Λ. Και δεν την ακούς από όσο ξέρω, σαν ένας κοινός θνητός.
ΝΙΚΟΣ. Φαίνεται πως όχι. Αν και θνητός κι εγώ, την ακούω όπως διαβάζω ένα βιβλίο, όπως βλέπω μία παράσταση. Με την προσοχή που της αξίζει. 

Λ.Θυμάμαι που μου έλεγες πάντα, ότι το ιδανικό σου μπαρ θα ήταν το no music μπαρ. Ένα μπαρ χωρίς καθόλου μουσική.
Ν. Φυσικά. Επίσης το no music σούπερ μάρκετ, το no music κινητό, το no music εστιατόριο κ.λ.π. Αν ήμουνα υπουργός θα απαγόρευα δικτατορικά την παθητική ακρόαση της μουσικής.Οι χυδαίες συναυλίες των ringtones, αναπόφευκτες πιά στα τραίνα ή στα πλοία, ή τα ηχεία στη διαπασών από τα ανοιχτά αυτοκίνητα, θα ήταν ποινικά αδικήματα. Τελικά όλα αυτά είναι θέματα ευγένειας και παιδείας, στα οποία πάσχουμε γενικότερα και βαθύτερα...

Μακάρι να είχαμε τέτοιους δικτάτορες σε αυτή τη χώρα, σαν τον Νίκο, με μακριά μαλλιά, που τα λόγια τους να ήταν νότες, τα όνειρά τους βιολιά, τα χέρια τους δοξάρια, να πίνανε μόνοι τους λεμονάδες και με ένα μικρό ξυσμένο μολυβάκι να σχεδιάζανε μικρά πεντάγραμμα πάνω σε χαρτοπετσέτες ή σε πακέτα από τσιγάρα, την ώρα που κάποια μελωδία από το σύμπαν το έξω ή το μέσα τους, κάτι παλεύει να τους πει. Ίσως βέβαια οι δικτάτορες που έχουμε εμείς, αυτοί που είναι τόσο εύκολο να αφανιστούν πατώντας απλώς το OFF στο τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, ίσως τελικά να έχουν μία χρησιμότητα, πέρα από τις ακροαματικότητες και τα νούμερα. Να χαρίζουν ακόμα μεγαλύτερη αξία σε όσους δεν τους μοιάζουν.