επικοινωνία ·  en | gr

o Νίκος Κυπουργός / Η μουσική του




05/03/2001

Ένας Κη(υ)πουρ(γ)ός στους μυροβόλους κήπους της μουσικής

γράφει ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης



Η δισκογραφική έκδοση Τα μυστικά του κήπου, η οποία παρουσιάστηκε το 2001, αναδείχθηκε όχι μόνο μια από τις πλέον ευπώλητες της χρονιάς εκείνης, αλλά και μια από τις αγαπημένες των (σοβαρών) κριτικών ελληνικής δισκογραφίας. Η μουσική παράσταση Κηποθέατρο η οποία παρουσιάστηκε στις 18 και 19 Φεβρουαρίου του 2003, στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών θεωρήθηκε ως μια από τις πλέον επιτυχημένες του κύκλου Γέφυρες – την επόμενη χρονιά τη χάρηκε και το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Κοινός συντελεστής και στις δυο υπήρξε η μουσική πραμάτεια του Νίκου Κυπουργού. Ξανακοιτώντας τους τίτλους του δίσκου και της παράστασης, αναρωτιόμαστε μήπως θα ‘πρεπε ο καλός Έλληνας συνθέτης να λέγεται … Κηπουργός, αντί Κυπουργός. Το μειδίαμα που διεγείρει αυτή η διάθεση για  λογοπαίγνιο ακυρώνεται από την πραγματικότητα.  Ο ίδιος το είχε ομολογήσει σε ραδιοφωνική συζήτησή του με τον Κώστα Θωμαΐδη στο ραδιοθάλαμο του Μελωδία FM μια βραδιά του 2003: «Στο όνομά μου η σωστή ορθογραφία είναι με ήτα. Ο παππούς μου το άλλαξε, ο μόνος σε όλο το σόι και το έκανε με ύψιλον… Μου έχουν πει διάφορες ιστορίες για την αλλαγή. Η σωστή ορθογραφία πάντως είναι κηπουρός. Γιατί το κηπουρός είναι παραφθορά του κηπουργός! Το κρατάω το ύψιλον γιατί έχει πλάκα, αλλά συγχρόνως μου αρέσει να εργάζομαι στον κήπο…». Αναλογιζόμενος αυτό το διατηρημένο επώνυμο πάντως ο πάντοτε πνευματώδης Μάνος Χατζιδάκις είχε κάποτε πει, αναφερόμενος στον Νίκο Κυπουργό: «Να ένας υπουργός που είναι και … Κύριος». Φράση, σπουδαίο σχόλιο από μόνη της. Και μια και αρχίσαμε με λογοπαίγνια που έχουν σχέση με το όνομα του Νίκου Κυπουργού, ιδού ένα ακόμη, στην περίπτωση του οποίου υπήρξαμε αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες. Όταν στις 18 Ιανουαρίου του 1994 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών το καινούριο μιούζικαλ του συνθέτη Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει,  Αναπληρωτής Υπουργός  Πολιτισμού ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος – λίγο μετά, τον Μάρτιο, μετά το θάνατο της Μελίνας, έγινε Υπουργός. Βρισκόμασταν στον προθάλαμο της αίθουσας πριν αρχίσει η παράσταση και συζητούσαμε με τον Νίκο και τον Γιώργο Κουρουπό, το ομόλογο έργο του οποίου Η Κοκκινοσκουφίτσα, παρουσιαζόταν στην ίδια εκδήλωση. Ξαφνικά εμφανίζεται ο Θάνος Μικρούτσικος ο οποίος είχε προσέλθει για να δει την παράσταση, η οποία είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων του ΜΜΑ, όταν το Μουσικό Αναλόγιο του Μεγάρου διηύθυνε ο Θάνος Μικρούτσικος, πριν βεβαίως υπουργοποιηθεί. Βλέποντάς τον  ο Νίκος Κυπουργός κατευθύνθηκε προς το μέρος του χαμογελαστός και με ανοιχτή την αγκαλιά αναφώνησε: «Υπουργέ μου!». Και η απάντηση από το Θάνο Μικρούτσικο στον ίδιο τόνο: «Κυπουργέ μου!».

Ανέκαθεν η μουσική υπήρξε για τον Νίκο Κυπουργό δρόμος ζωής. Ο δρόμος υπήρξε δύσβατος μια και στο διάβα του συνάντησε δυο μεγάλα σταυροδρόμια. Εκείνο της λόγιας και της λαϊκής μουσικής και εκείνο της Ανατολής και της Δύσης. Μεγάλα τα διλήμματα, τα οποία, όμως, με την εφαρμογή μιας … μαθηματικής λογικής λύθηκαν με τον απλούστατο τρόπο: δια της καταργήσεώς τους!!! Αποφάσισε από νωρίς να υπηρετήσει τόσο τη λαϊκή μουσική, όσο και τη λόγια, έχοντας ταυτοχρόνως στραμένα τα αυτιά μα και τη σκέψη του και προς την Ανατολή και προς τη Δύση. Στο … ξεκαθάρισμα αυτών των λογαριασμών τον βοήθησε πολύ η γνωριμία του με τον Μάνο Χατζιδάκι και η συνεργασία του μαζί του στο δοξασμένο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας της περιόδου 1975-1980, το οποίο υπήρξε ένα πραγματικό χωνευτήρι μουσικών αντιθέσεων και πολιτισμών. 

Τα πρώτα του ακούσματα (ότι άκουγε η μητέρα του στο ραδιόφωνο του σπιτιού) μα και οι αρχικές μουσικές σπουδές του (κιθάρα στο Ωδείο Αθηνών 1965) υποτονθόριζαν το λαϊκό. Τα πρώτα τραγούδια που συνέθεσε, τα οποία εκδόθηκαν σε τρεις δίσκους, τρεις συνεχόμενες χρονιές  (1969, 1970, 1971), είχαν υπόβαθρο «λαϊκό». Στη διαμόρφωση της νεανικής μουσικής του προσωπικότητας πρώτος συνέβαλε ένας μη μουσικός, ο φιλόλογος-ποιητής  Ματθαίος Μουντές, ο οποίος ήταν καθηγητής του στα θρησκευτικά στη Σχολή Μωραΐτη, στην οποία έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές. Έπειτα ήρθε η απόμακρη γνωριμία με τον Μάνο Χατζιδάκι. Ο κοινός τους φίλος Δημήτρης Βερνίκος πήγε στον ξενιτεμένο τότε στην Αμερική Χατζιδάκι έναν από τους πρώτους δίσκους του φερέλπιδος νεαρού. Ο Χατζιδάκις χωρίς να γνωρίζει τον Κυπουργό του έγραψε τότε ένα τρισέλιδο γράμμα, στο οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ναι, μεν, δείχνετε μια ευαισθησία αλλά μη μείνετε στην ευκολία σας, διότι το τραγούδι είναι πολύ δύσκολη υπόθεση και θέλει ψάξιμο βαθύ. Και μέσα σας και σε σχέση με τις σπουδές σας». Η επιστολή συγκίνησε αλλά και προβλημάτισε τον νεαρό. Παρά το δεδομένο των τότε «λαϊκών» προσανατολισμών του θέλησε το περαιτέρω. Και αποφάσισε να συνεχίσει σε άλλο επίπεδο  τις μουσικές σπουδές του. Η συνέχεια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Παρίσι,  άνοιξε ένα μεγάλο παράθυρο προς τον ιδιαίτερο κόσμο της παγκόσμιας σύγχρονης  μουσικής γλώσσας. Στην Ελλάδα διδάχτηκε για όλη σχεδόν τη δεκαετία του 1970 ανώτερα θεωρητικά και το νέο μουσικό γίγνεσθαι  από τον μεγάλο δάσκαλο Γιάννη Α. Παπαϊωάννου, ο οποίος εστίασε την προσοχή του μαθητή του στη σύνθεση. Με υποτροφία του ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης οργάνωσε καλύτερα μα και εμπλούτισε σημαντικά τις γνώσεις του στο Παρίσι (1979-1983), σημαντικό μουσικό κέντρο του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Η επέκταση των παρισινών σπουδών του τεκμηριώθηκε με δυο διπλώματα: μουσικής ανάλυσης και σύνθεσης (1981, Εκόλ Νορμάλ, με καθηγητή τον Μαξ Ντόιτς) και ηλεκτροακουστικής μουσικής (1983, Ωδείο Παρισιού, με καθηγητή τον Γκι Ρεμπέλ. Παραλλήλως παρακολούθησε κύκλους μαθημάτων και σεμινάρια στα οποία δίδαξαν, μεταξύ άλλων, γενναίες μουσικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Ιάνης Ξενάκης, ο Πιέρ Μπουλέζ, ο Βίτολντ Λουτοσλάφσκι, και ο Ανρί Ντιτιγιέ. Ανέπτυξε ταυτοχρόνως και άλλα μουσικά ενδιαφέροντα όπως η εθνομουσικολογία και η μουσική παιδαγωγική. 

Οι μουσικές σπουδές του τον οδήγησαν προς τη Δύση. Η μουσική του ζωή, όμως, και  οι συναναστροφές του τού υπενθύμιζαν συχνά και την Ανατολή. Επομένως είχε ασφαλή βιώματα, πλούσιες γνώσεις και εμπειρίες  που του επέτρεψαν να ασχοληθεί με σιγουριά με τα προμνημονευθέντα μουσικά ιδιώματα (λόγια-λαϊκή, Ανατολή-Δύση). Στην πορεία του βεβαίως έκανε τις επιλογές του και απέκτησε συγκεκριμένους προσανατολισμούς, χωρίς να πάψει, ωστόσο, ποτέ να χρησιμοποιεί τα ωφέλιμα των μεν στην καλλιτεχνία των δε. Ο ίδιος, σε σχετικό ερώτημά μας,  εξηγεί γιατί αποστασιοποιήθηκε από την πρωτοπορία της εποχής, μολονότι αυτή αποτέλεσε το κατ’ εξοχήν αντικείμενο των σπουδών του στο Παρίσι: «Πιστεύω ότι αυτή η μουσική έχει κλείσει τον κύκλο της, αφήνοντας πάντως ωφέλιμα στοιχεία. Υποδορίως χρησιμοποιώ πολλές από τις γνώσεις τις οποίες απόκτησα σπουδάζοντας σε βάθος τις πρωτοποριακές αισθητικές, αλλά και τις τεχνικές που διδάχτηκα. Τις χρησιμοποιώ όμως επιλέγοντας μάλλον κλασικές φόρμες, όταν βεβαίως οι συνθήκες και οι προδιαγραφές αυτού που θέλω να δημιουργήσω το επιτρέπουν. Χρησιμοποιώ, για παράδειγμα, πολύ τα γκλισάντι, η έννοια του χώρου είναι συχνά παρούσα, ενώ η σχέση μουσικής και μαθηματικών μου δίνει λύσεις».   

 Στην προσέγγιση του πλήρους φάσματος της μουσικής του Νίκου Κυπουργού το είδωλο του Μάνου Χατζιδάκι είναι αισθητό. Περισσότερο ίσως στις ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες παρά στην αισθητική των ίδιων των συνθεμάτων. Στο εύλογο ερώτημα των πέραν του Χατζιδάκι επιρροών έδωσε την ακόλουθη απάντηση. «Επιρροές της νεότητάς μου υπήρξαν ο Σεργκέι Προκόφιεφ, ο Γκούσταβ Μάλερ, ο Λέος Γιάνατσεκ ο Ίγκορ Στραβίνσκι, μα και οι Μπιτλς.  Στην πορεία προστέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Λουτσιάνο Μπέριο, ο Τσικ Κορία – τα Παιδικά τραγούδια (Children Songs) του για πιάνο είναι αξιολάτρευτα – μα και οι μεγάλοι Ινδοί δεξιοτέχνες. Ελπίζω κάποτε να φθάσω στην ωριμότητα που θα μου αποκαλύψει τα μύχια της μουσικής του Σούμπερτ, του Χάιντν και του Μπαχ, ώστε να μπορώ με σιγουριά να τους προσθέσω στις επιρροές μου.». Η ακροαματική προσοχή και η γνώση πρέπει να είναι αυξημένες για να οδηγήσουν ασφαλώς τον ακροατή της μουσικής του Νίκου Κυπουργού στις πηγές που του πρόσφεραν τα κατάλληλα δομικά υλικά.  Η εμπεριστατωμένη ακρόαση της μουσικής του, πάντως, αποκαλύπτει έναν ακόμη συνθέτη με αισθητικές συγγένειες, τον οποίο δεν κατονομάζει. Τον Νίνο Ρότα. Όταν όμως αναλογιστούμε ότι ο μεγάλος δάσκαλος του Νίκου Κυπουργού ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, τότε η αναφορά στον Νίνο Ρότα ίσως μοιάζει περιττή.    

Βασικό δομικό υλικό της μουσικής πραμάτειας του Νίκου Κυπουργού, αλλά και κάθε μουσικού δημιουργού που νοιάζεται για τον επικοινωνιακό χαρακτήρα του έργου του, είναι η μελωδία. Ο Νίκος Κυπουργός πλάθει με χαρακτηριστική ευκολία μελωδίες που διατρέχουν όλο το φάσμα της μουσικής. Από αναγεννησιακές (πως θα γινόταν αλλιώς όταν έχτιζε τις μουσικές του για τα σεξπηρικά έργα) έως παντελώς σύγχρονες (αναζητείστε τες κυρίως – όχι μόνον, ωστόσο – στις σύγχρονες κινηματογραφικές παραγωγές). Άλλοτε η διάθεση τον οδηγεί στα δοκιμασμένα μελωδικά σχήματα της Δύσης (κάθε είδους μπαλάντες κυρίως), άλλοτε οφείλει να υποστηρίξει το πεντατονικό της Ανατολής. Ακολουθεί τις επιταγές, τις ανάγκες, αλλά και την ουσία των όσων αποτελούν εφαλτήριο για τη δημιουργική του έμπνευση. Οι μελωδίες που κατασκευάζει αποτελούν συχνά από μόνες τους «τραγούδια χωρίς λόγια», ή άλλως πρώτη ύλη για τη δημιουργία ενός τραγουδιού. Δεν είναι άλλωστε ασυνήθιστη στην περίπτωσή του, η εκ των υστέρων προσθήκη στίχων στις μουσικές του με απώτερο σκοπό το πλάσιμο ενός τραγουδιού. Ακόμη και δευτερογενώς, σε δεύτερο δηλαδή χρόνο, και αφού οι μουσικές αυτές έχουν φέρει εις πέρας την αρχική αποστολή τους – μετά δηλαδή την παράσταση ή την ολοκλήρωση μιας κινηματογραφικής παραγωγής.    Ο συνθέτης δεν αυτοπεριορίζεται από την ατμόσφαιρα μια ταινίας ή ενός κινηματογραφικού έργου στις επιλογή της βασικής συνιστώσας της μουσικής που είναι η μελωδία – ανάλογες παρατηρήσεις ευσταθούν και για τις λοιπές συνιστώσες που είναι η αρμονία, ο ρυθμός και η ενορχήστρωση. Αν εξετάσουμε, φερ΄ειπείν, τη γνωστή, αγαπητή και βραβευμένη μουσική πού έπλασε το 1989 για την επίσης  βραβευμένη  κινηματογραφική ταινία του Μενέλαου Καραμαγκιώλη Rom, θα διαπιστώσουμε ότι μέσα στα τσιγγάνικα μουσικά όνειρα της Ανατολής, παρεμβάλλονται αμιγείς μουσικοί μύθοι της Δύσης, όπως το οργανικό «Η φωτογραφία» και το τρυφερό τραγούδι «Λούνα Παρκ» σε τρίσημο ρυθμό αυτό, καθώς βεβαίως και το οργανικό «Κάτοπτρα» που γεννιέται από αυτό. 

Οι αρμονίες με τις οποίες επεξεργάζεται τις μελωδίες του ο Νίκος Κυπουργός συνάδουν και συμπορεύονται με αυτές, χωρίς ουδέποτε να επιδιώκεται ο εντυπωσιασμός. Η προσεκτική ανίχνευση όμως θα αποδώσει  αιτίες αρμονικών λύσεων σε σπουδαίους μουσουργούς, οι οποίοι, όπως ο ίδιος ομολογεί, τον έχουν επηρεάσει. Υπάρχουν και οι μουσικές διαφωνίες, σπάνιες όμως είναι αυτές και όταν είναι απολύτως  απαραίτητες για τη δημιουργία της επιθυμητής ατμόσφαιρας. Στην κάθετη ανάπτυξη της μουσικής κυριαρχεί πάντως η λιτότητα. 

Εντυπωσιακός είναι ο ρυθμικός πλούτος που αποκαλύπτεται από τις μουσικές του συνθέτη. Μια πανσπερμία ρυθμών που ολοκληρώνει πάντοτε αρμονικά το τρίπτυχο των δομικών στοιχείων της μουσικής. Αποδεδειγμένα χειρίζεται με εντελώς αφομοιωμένο τρόπο κάθε ρυθμό που επιλέγει: είτε πρόκειται για τους μάλλον απλούς ρυθμούς που ορίζει η παράδοση της Δύσης, είτε για τους σύνθετους που διαμορφώνουν – και διαμορφώνονται από – το εξωτικό περιβάλλον της μουσικής της Ανατολής. 

Στις ενορχηστρωτικές προτάσεις του ο Νίκος Κυπουργός αποδεικνύεται εξαιρετικός τεχνίτης και άριστος μαθητής του δασκάλου του σε αυτό το θέμα, του Μάνου Χατζιδάκι δηλαδή. Γι αυτό άλλωστε ο δάσκαλος εμπιστεύτηκε σε πολλές, πάρα πολλές, περιπτώσεις την ενορχηστρωτική δεινότητα του μαθητή του. Επιλεγμένα όργανα, σύμμεικτη τεχνική και λιτότητα που ορίζεται από τα απολύτως απαραίτητα. Τίποτα το περιττό δεν ανιχνεύεται στις επεμβάσεις του. Το κατάλληλο όργανο, ο κατάλληλος ήχος, στην κατάλληλη θέση. 

Οι ερμηνευτές τους οποίους επιλέγει για τις ερμηνείες των έργων του προτείνονται όχι απλώς ως ένδειξη αλλά ως απόδειξη του πολύμορφου και πολυεπίπεδου της μουσικής του. Ανθολογούμε μερικούς, ενδεικτικά, από την ηχογραφημένη κινηματογραφική μουσική του – όχι τραγουδιστές, μα μουσικά σύνολα και ερμηνευτές μουσικών οργάνων: Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, με αρχιμουσικό τον Αλέξανδρο Μυράτ, Σολίστ της Πάτρας, με αρχιμουσικό τον Δημήτρη Μποτίνη, Ορχήστρα Αμαντέους της Σόφιας, με αρχιμουσικό τον Σβίλεν Σιμεόνοφ, Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αρμενίας, με αρχιμουσικό τον Νίκο Κυπουργό, Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας, με διευθυντή τον Δημήτρη Καρβούνη, Κουαρτέτο Εγχόρδων Ορίζοντες, Κουαρτέτο Εγχόρδων της Πάτρας, Ντέιβιντ Λιντς, σαξόφωνο, Αρτιόμ Χατσατριάν, ταρ, Τιτάλ Μαχμουντιάν και Χάμλετ Καλατσιάν, ντουντούκ, Χέντρικ Σαντκχιάν, σάζι, Μαρία Βασιλοπούλου, φλάουτο, Νίκος Γκίνος, κλαρινέτο, Φανή Γκάρτζου, φλάουτο με ράμφος, Παναγιώτης Στέφος, αυλός του πανός, Ιρίνα Βαλεντίνοβα, πιάνο, Στέλλα Κυπραίου, λαούτο & κιθάρα, Χρήστος Τσιαμούλης, νέι & ούτι, Σωκράτης Σινόπουλος, λύρα & ούτι, Αγγελίνα Τκάτσεβα, τσίμπαλουμ… κατάλογος μακρύς έως ατέλειωτος. Διαπιστώνουμε, όμως, εξετάζοντας προσεκτικά το δεδομένο ήθος της μουσικής και την εξ ορισμού αισθητική της, ότι ενώ υπάρχουν πολλές μουσικές για ταινίες που έχουν το χρώμα και το άρωμα της Ανατολής, στα ταιριαστά όργανα  που ερμηνεύουν τα ηχητικά πλέγματα δεν συμπεριλαμβάνεται το οικείο μπουζούκι. Αναπόφευκτο λοιπόν το ερώτημα στο δημιουργό. Ιδού η απάντησή του: «Μόνο μια φορά χρησιμοποίησα μπουζούκι σε όλη την έκταση της μουσικής παραγωγής μου. Άδικα ίσως, επειδή για μεγάλο διάστημα το όργανο αυτό είχε συνδεθεί με φτηνά ακούσματα». Αν κάτι σας θυμίζει η δήλωση, μάλλον είναι η ιδέα σας! 

«Πιστεύω στο πάντρεμα των τεχνών και αυτό μπορεί να γίνει στο θέατρο και τον κινηματογράφο», έχει δηλώσει ο Νίκος Κυπουργός. Και αυτό προτείνεται ως η βασική αιτία για την οποία όλη σχεδόν η δημιουργική του δραστηριότητα έχει εστιαστεί στις δυο αυτές ειδικές εκφράσεις την τέχνης των ήχων. Εξαιρετικά παραγωγικός έχει συνθέσει μέχρι σήμερα μουσική για 54 (πενήντα τέσσερις) κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές και για 56 (πενήντα έξι) θεατρικές παραστάσεις με έργα που εκτείνονται σε όλο το φάσμα της σκηνικής δημιουργίας (Αρχαία τραγωδία, κλασικό και σύγχρονο θέατρο, ελληνικό και ξένο). Πολλές από τις μουσικές αυτές είναι βραβευμένες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 

Πολλά τα βραβεία που έχει πάρει τελικά ο Νίκος Κυπουργός. Τόσα που δεν χωράνε στους τοίχους του και τα κρύβει στις ντουλάπες. Για λεπτομέρειες ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συμβουλευτεί τους παρατιθέμενους πίνακες εργογραφίας. Με απλούς πάντως μαθηματικούς υπολογισμούς διαπιστώνουμε ότι από το 1978, οπότε υπέγραψε τις πρώτες κινηματογραφικές και θεατρικές μουσικές του, μέχρι σήμερα συνθέτει κάθε χρονιά κατά μέσο όρο μουσική για δυο θεατρικές και δυο κινηματογραφικές-τηλεοπτικές παραγωγές. Κινηματογραφικά οι πλέον παραγωγικές χρονιές του ήταν το 1993 και το 1995 (πέντε μουσικές κάθε χρονιά) ενώ θεατρικά το 1993 η παραγωγικότητά του υπερέβη κάθε άλλη χρονιά, αφού συνέθεσε μουσική για έξι θεατρικές παραστάσεις! Και τι παραστάσεις! Μια ματιά στον κατάλογο είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστική.     

Εκτός από τη μουσική την οποία συνέθεσε ο Νίκος Κυπουργός για τη σκηνή και για την οθόνη, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, την αιχμή της δημιουργικής του προσφοράς, συνέθεσε και ολοκληρωμένα έργα που έχουν τη μορφή της μουσικής μπαλέτου (Εν Αθήναις, 1984, για το Ελληνικό Χορόδραμα), της αμιγώς συμφωνικής, της μουσικής δωματίου, της φωνητικής μουσικής (το έργο του μάλιστα Κόμποι (Knots, 1979), χορωδιακό παιχνίδι για δεκαέξι φωνές, όπως ο ίδιος το ορίζει, τιμήθηκε, το 1979, με το Πρώτο βραβείο στο Διεθνές Βήμα Συνθετών της UNESCO), καθώς και του μιούζικαλ. Αυτή την τελευταία και δημοφιλή μουσική φόρμα υπηρέτησε με ένα μόνο έργο, πολύ σημαντικό όμως. Το Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει. Μετά την πρώτη του παρουσίαση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (18 & 19 Ιανουαρίου 1994) σε κριτικό σημείωμά μας το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία αναφέραμε τα ακόλουθα: «Στα Τρία Μικρά Μιούζικαλ (18 & 19.01.94) διαπιστώθηκε η εξοικείωση των δημιουργών με τη δημοφιλή αυτή έκφραση που καθοδήγησε την πορεία του μουσικού θεάτρου στον 20ο αιώνα. Η ένταξη όμως στο πρόγραμμα μιας σκηνής από το έργο του Περικλή Κούκου Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας  προκάλεσε δυσαρμονικότητα και ασφαλώς αδίκησε το έργο αφού το προταθέν απόσπασμά του δεν ήταν δυνατόν να συναγωνιστεί τη θεματική πληρότητα των συμπαρουσιασθέντων. Κατείχε θέσιν εισαγωγικού έργου συναυλίας, το οποίο ακολουθείται από ένα συναρπαστικό κοντσέρτο και μιαν εύρωστη συμφωνία. Αυτούς και άλλους εγκωμιαστικότερους χαρακτηρισμούς προκάλεσε η παρουσίαση των έργων Σιωπή. Ο Βασιλιάς ακούει  του Νίκου Κυπουργού και Η Κοκκινοσκουφίτσα του Γιώργου Κουρουπού. Η έξυπνη διαχείριση των δεδομένων των δύο μύθων απετέλεσε πρωταρχικό παράγοντα επιτυχίας: μετατροπή του ενδυματολογικού ενδιαφέροντος σε μουσικό στο παραμύθι του Άντερσεν, αντιστροφή των ρόλων Λύκου-Κοκκινοσκουφίτσας. Μα και η μουσική η οποία υποστήριξε το λόγο, φωτεινή, ειλικρινής, άμεση υπερέβαινε την υποχρέωση του απλού σχολιασμού και της συνοδείας της δράσης, συμβάλλοντας σημαντικά στην αυθόρμητη αποδοχή και στην ένταση του ψυχαγωγικού στοιχείου της επικοινωνίας»

Η παράσταση είχε σημειώσει εξαιρετική επιτυχία. Εύλογη λοιπόν η απορία μας για τη μη ύπαρξη συνέχειας. Δεν θεωρήσαμε ωστόσο σκόπιμο να υποβάλλουμε τη δέουσα ερώτηση στο συνθέτη, μια και έχουμε κατά νου μια παλιότερη δήλωσή του στην οποία  ομολογεί ότι είναι «εκ φύσεως τεμπέλης».  Αν κάτι σας θυμίζει η δήλωση, μάλλον είναι η ιδέα σας!

Στα περισσότερα από τα έργα του συνδυάζεται η οργανική μουσική, καθαρή ή απόλυτη όπως συχνά ονομάζεται, με το τραγούδι. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η οργανική μουσική τον συγκινεί περισσότερο, του προσφέρει την ευκαιρία να εκφραστεί καλύτερα: «Μολονότι θεωρώ το τραγούδι ως ένα υπέρτατο είδος μουσικής έκφρασης, δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι αυτό εκφράζει μια μόνο όψη της τεράστιας θάλασσας της μουσικής. Εγώ ταξιδεύω σε αυτή περισσότερο, απογειώνομαι, φεύγω περισσότερο  με την καθαρή μουσική παρά με το τραγούδι. Νοιώθω ότι ο στίχος με περιορίζει, ενώ η μουσική με απελευθερώνει. Και είμαι πολύ χαρούμενος γιατί αυτή την εποχή ετοιμάζω κάτι που αφορά μόνον την αμιγώς οργανική μουσική μου. Πρόκειται για μια συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 16 Μαΐου 2008. Θα ονομάζεται Τα εγγύς και τα πέραν και σε αυτή ο Αλέξανδρος Μυράτ θα διευθύνει την Καμεράτα σε σουίτες δομημένες με θέματα από την κινηματογραφική μουσική που έχω συνθέσει, στο νέο σύντομο έργο  έργο μου Αναφορά στον Μόραλη καθώς και σε ένα ακόμη καινούριο έργο μου, παραγγελία αυτό του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Το ονομάζω Τα πέραν – εξ ου και το όνομα της συναυλίας – και είναι βασισμένο σε κείμενα μιας γλώσσας χαμένης». Ωραία αυτά, όμως εμείς τι θα κάναμε χωρίς τα τραγούδια του; Η μουσική μας μνήμη θα ήταν ασφαλώς διαφορετική, φτωχότερη,  χωρίς τα «Στο Χρυσαλιφούρφουρο», «Κύλα γιαουρτοποταμέ», «Λαέ της Λιλιπούπολης», «Μια βραδιά στο Πόρτο Λίλι», που συνέθεσε για την αλησμόνητη Λιλιπούπολη προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970-80, τα «Rom»  και «Λούνα Παρκ» που συνέθεσε το 1989 για την ταινία Rom του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, τα άφατης τρυφερότητας «Απ’ τα κουμπάκια ανάμεσα» και «Βλέφαρό μου», που συνέθεσε το 2000 για  το θεατρικό έργο της Ξένιας Καλογεροπούλου Το σκλαβί ή τέλος «Το τραγούδι του σπουργίτη» που συνέθεσε το 1990 για την ταινία του Λευτέρη Ξανθόπουλου Ο δραπέτης. Θυμίζουμε ότι την ιστορική φράση «Γαμώ την ατυχία μου», την οποία εκστομίζει ο μικρός Γιώργος Μανωλάς στο τέλος της επανάληψης του τραγουδιού αυτού, την απομόνωσε ο νυν βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γρηγόρης Ψαριανός και την είχε κάνει … λάβαρο μια εποχή στις ανεπανάληπτες ραδιοφωνικές εκπομπές του. Βεβαίως μόνο μερικά από τα τραγούδια του μνημονεύσαμε από όσα μας έχουν συγκινήσει. Και δεν είναι αυτά που έχει συνθέσει λίγα. Ο ίδιος τα έχει καταμετρήσει σε περισσότερα από εκατό!  Κάποια από αυτά έχουμε απολαύσει και στις εξαιρετικά σπάνιες συναυλίες στις οποίες παρουσιάζει το δημιουργικό του κάματο. «Είναι αλήθεια ότι δεν δίνω συχνά συναυλίες. Και όταν το κάνω θέλω να υπάρχουν οι καλύτερες δυνατόν συνθήκες, έτσι ώστε το κοινό να έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τα έργα. Οι συναυλίες οφείλουν να εκφράζουν τη δική μου στιγμή. Κάθε εμφάνιση έχει τη φιλοσοφία της στιγμής ενώ παράλληλα πρέπει να αποτελεί χαρά». Έτσι έχει δηλώσει και δεν προτίθεται στο άμεσο μέλλον να οργανώσει κάποιες συναυλίες με τραγούδια του. Ετοιμάζει ωστόσο, όπως μας πληροφόρησε, τη μουσική για μια μουσικοθεατρική παραγωγή η οποία θα παρουσιαστεί στο Παλλάς τον Φεβρουάριο της νέας χρονιάς. Το έργο ονομάζεται ΑΩ και εμπνευστής του είναι ο γνωστός Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας  και σκηνοθέτης Ας Μπουλάγιεφ. Δισκογραφικά ετοιμάζεται να δώσει ξανά το παρόν με δυο εκδόσεις: Η μια θα αποτελεί ανθολόγιο της πρόσφατης κινηματογραφικής δραστηριότητάς του (επιλεγμένα αποσπάσματα από τις δέκα τελευταίες ταινίες στις οποίες συνεργάστηκε). Ανθολόγιο θα είναι και η άλλη. Από όλο το φάσμα όμως της θεατρικής εργογραφίας του αυτή. Με μουσικές αδισκογράφητες και οι δυο. Αναμένομεν  εναγωνίως!

Οι περισσότεροι γνώρισαν τον Νίκο Κυπουργό από τη συνεργασία του με εκείνη την ανεπανάληπτη ομάδα, η οποία μας χάρισε την αξεπέραστη Λιλιπούπολη, στα χρόνια της επί Μάνου Χατζιδάκι μεγάλης ανθοφορίας του Γ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.  Παραβλέποντας τη συνολική, και τόσο σημαντική, προσφορά του οι περισσότεροι τον θεωρούν συνθέτη κατάλληλο για παραγωγές του παιδικού θεάτρου, τομέα στον οποίο έχει βεβαίως διαπρέψει.  Όμως δεν είναι μόνον αυτές. Είναι όμως για όλους μας και αυτές. Και με αυτές – μουσικές και τραγούδια – δομήθηκε το πρόγραμμα ακρόασης της δισκογραφικής έκδοσης που μνημονεύσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου: Τα μυστικά του κήπου. Πόσο όμορφα τα αποκάλυψε και τα αποκαλύπτει αυτός ο ωραίος και ευαίσθητος Κη(υ)πουρ(γ)ός. Αυτός ξέρει και αυτός μπορεί. Στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης με αφοπλιστική τρυφερότητα μονολογεί:  

«Οι μουσικές αυτού του δίσκου γράφτηκαν για παιδικές θεατρικές παραστάσεις, σχεδόν όλες μέσα στην τελευταία δεκαετία. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να συμπεράνει ότι απευθύνονται ακόμα και σε παιδιά»

Νίκος Κυπουργός, Μάρτιος 2001