επικοινωνία ·  en | gr

o Νίκος Κυπουργός / Η μουσική του




22/04/2004

Συνέντευξη του Νίκου Κυπουργό στον Γιάννη Αλεξίου



Το ημιτελές έργο Αμοργός που ανέβαλε επί 20 χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις ολοκληρώνει ο Νίκος Κυπουργός ενορχηστρωτικά και συμπληρωματικά τις μέρες αυτές στο στούντιο του Ηχογραφικού Κέντρου του Μεγάρου Μουσικής. Η Αμοργός είναι ένα μελοποιημένο έργο του Νίκου Γκάτσου από τον Μάνο Χατζιδάκι, σταθμός στη σύγχρονη ποίηση. Παρουσιάστηκε σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση το περασμένο καλοκαίρι στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ στο Ηρώδειο. Αυτή είναι μία από τις επτά σημερινές ταυτόχρονες δραστηριότητες του συνθέτη o oποίος άφησε τα νομικά και τις πολιτικές επιστήμες που σπούδασε για την μουσική δημιουργία. Η εμπειρία του πολύχρωμου μουσικού τόξου του Νίκου Κυπουργού, που ανήκει στη προικισμένη σύγχρονη γενιά των Ελλήνων δημιουργών, φθάνει στον κινηματογράφο, το θέατρο, την τηλεόραση, όπου έχει αφήσει θαυμάσια δείγματα δουλειάς, όπως τελευταία τα τραγούδια για την ταινία «Οξυγόνο», τα πρώτα λαϊκότροπα που έγραψε. Τον έλκει το καινούργιο και έχει μια αστείρευτη μανία να το ανακαλύψει καθ΄ όλη τη διαδρομή του που ξεπερνά τα 30 χρόνια.

Τα δημιουργικά χρόνια της συνεργασίας του με το δάσκαλό του Μάνο Χατζιδάκι συνέδεσαν το όνομά του με την θρυλική Λιλιπούπολη, στην οποία ήταν ένας εκ των τριών συνθετών της μουσικής της. Σήμερα μέσα από την συνεργασία του με τον Σείριο δίνει βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς που είναι δύσκολο να προβάλλουν τη δουλειά με την μορφή που πήρε η μουσική βιομηχανία, υπηρετώντας έτσι την αρχική φιλοσοφία του ιδρυτή της εταιρίας Χατζιδάκι. Σημείο αναφοράς στην πορεία του Τα Μυστικά Του Κήπου, επιλογή υλικού μίας δεκαετίας θεάτρου για παιδιά με έξοχες ερμηνείες, όπως και το Κηποθέατρο που παρουσιάστηκε ζωντανά σε Μέγαρο Αθηνών και Θεσσαλονίκης, που θα κυκλοφορήσει σε ψηφιακό δίσκο σύντομα μαζί με την Αμοργό, με επιλεγμένα κομμάτια του για κινηματογράφο, θέατρο και ανεξάρτητα τραγούδια (και οι δύο δίσκοι στον «Σείριο»). Η δισκογραφία του είναι μεγάλη και την χαρακτηρίζει η πολυμορφία. Τον συνάντησα στο σπίτι του στο Κολωνάκι, όπου η ηρεμία του χώρου που γίνεται έμπνευση για τον δημιουργό ήταν διάχυτη…    

Σε τι αρέσκεστε να κρατάτε σημειώσεις ;
«Τις μουσικές ιδέες μου τις γράφω με μολύβι και γόμα. Είναι ο πιο γρήγορος και πιο άμεσος τρόπος. Έχω πάντα μαζί μου ένα μολύβι κι ένα χαρτί. Είμαι της γενιάς που έμαθε να τα κάνει όλα χειροποίητα και εξακολουθώ να δουλεύω με αυτό τον τρόπο. Το κομπιούτερ είναι πολύτιμο μετά στην επεξεργασία του υλικού».

Στο σάουντρακ «Οξυγόνο» γράψατε για πρώτη φορά λαϊκότροπα τραγούδια τέτοιου είδους, μια ευχάριστη έκπληξη. Θα γράψετε κι αλλά ;
«Αυτό έγινε εξαιτίας των αναγκών της ταινίας. Καμιά φορά οι ανάγκες της ταινίας αποκαλύπτουν και κρυμμένες δικές μου ανάγκες που περιμένουν μια αφορμή για να εκφραστούν».

Δουλεύετε κάποιο έργο τον καιρό αυτό ;
«Η Αμοργός είναι το ημιτελές έργο του Μάνου Χατζιδάκι που δούλευε από το 1972 και επανερχόταν τακτικά σε αυτό, ένα έργο ζωής για τον ίδιο στηριγμένο σε μια σχέση ζωής με το Νίκο Γκάτσο – ένα ποίημα του που επηρέασε όλη την σύγχρονη ποίηση - και το οποίο προανήγγειλε διαρκώς ότι θα ολοκληρώσει αλλά ποτέ δεν ολοκλήρωσε.  Σώζεται ολόκληρο το πρώτο μέρος που είχε προλάβει να τελειώσει και από εκεί και πέρα σώζονται διάφορα αποσπάσματα. Όλα αυτά έπρεπε να μπουν σε μία τάξη, ν’ αποκτήσουν ένα ενιαίο ύφος. Παρέμειναν όμως ανολοκλήρωτα, μια και δεν συνέθεσα καινούργια μουσική. Aντιμετώπισα όμως την ενορχήστρωση  με πνεύμα δημιουργικό παίρνοντας το δικαίωμα όχι μόνο από την πολυετή συνεργασία μου με το Χατζιδάκι αλλά και απ’ το ότι είχα ήδη αρχίσει την ενορχήστρωση του έργου  από το 1985. Περιέχει κομμάτια άκρως σύγχρονα σε αντίληψη, που φλερτάρουν με το ατονάλ. Yπάρχουν κομμάτια  πολύ άμεσα και εύληπτα δίπλα σε άλλα πολύ πιο σύνθετα πάνω σε σύγχρονες μουσικές τάσεις. Όταν ο Xατζιδάκις ξεκίνησε να το γράφει είχε κατά νου κάποιους συγκεκριμένους τραγουδιστές : τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τον Σπύρο Σακκά, την Κική Μορφονιού. Τριανταδύο χρόνια μετά χρησιμοποιήσαμε φυσικά κάποιους άλλους που πιστεύουμε οτι εκφράζουν το πνεύμα του έργου. Η ηχογράφηση της “Αμοργού” ολοκληρώνεται τον καιρό αυτό στο Ηχογραφικό Κέντρο του Μεγάρου Μουσικής με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη, τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και το Δώρο Δημοσθένους, την συμμετοχή της χορωδίας του Αντώνη Κοντογεωργίου και του μουσικού συνόλου Μάνος Χατζιδάκις που διηύθυνε ο Λουκάς Καρυτινός.

Οι δικοί σας μουσικοί πειραματισμοί που σας έχουν οδηγήσει;
«Η σχέση μου με την μουσική ξεκίνησε πάρα πολύ ανιχνευτικά και ευτυχώς έχω διατηρήσει την ανάγκη να δοκιμάζω κάθε τόσο καινούργια πράγματα. Άρα η έννοια του πειραματικού είναι έμφυτη σε μένα. Μετά τον κύκλο κλασικών σπουδών που ολοκλήρωσα με τον Γιάννη Παπαϊωάννου και έχοντας ήδη μελετήσει μαζί του και σύγχρονες τεχνικές της μουσικής πήγα στη Γαλλία όπου κατ’ εξοχήν ασχολήθηκα με την πειραματική μουσική. Στοιχεία των τότε σπουδών μου καθώς και άλλων αναζητήσεων μου στην μουσικολογία, τη εθνολογία, τη γνωσσολογία, τη φυσική, τα μαθηματικά, με τα οποία ασχολήθηκα, τα χρησιμοποιώ κατά καιρούς στην μουσική μου. Πολύ συχνά μου δίνεται αφορμή μέσα από το θέατρο και ιδιαίτερα το σύγχρονο θέατρο. Ο κινηματογράφος δεν σου επιτρέπει τόσους πειραματισμούς. Κατά καιρούς λοιπόν όχι μόνο αρέσκομαι αλλά ωθούμαι να πειραματίζομαι».

Το ρεύμα της avant-garde στη δεκαετία του ’70 πόσο σας επηρέασε ;
«Στη Γαλλία πήγαινα σε συναυλίες του Λίγκετι και του Ξενάκη, του Μπέριο και του Στηβ Ράιχ, του Φρανκ Ζάππα... Παρακολουθούσα συναυλίες  μουσικής από την Ινδία, την Ινδονησία, την Αφρική. Ωστόσο η τάση μου ήταν να μην προσκολληθώ σε κανένα μουσικό ρεύμα. Με το που σκύβω σ’ ένα ειδικό χώρο αμέσως σκέπτομαι πως θα τον συνδυάσω με άλλες προσωπικές αναζητήσεις.  Η δουλειά του συνθέτη κινηματογραφικής και θεατρικής μουσικής απαιτεί γνώσεις σε πολλά μουσικά ιδιώματα. Έχω γράψει μουσική για ταινία τουρκική, γαλλική που αναφερόταν στην Αρμενία, μία άλλη στην Κούβα, μέχρι αμερικανική, μουσικές που έχουν τελείως άλλες ανάγκες και φυσικά απαιτούν άλλο ύφος αντιμετώπισης. Το θέατρο και το σινεμά μου επέτρεψαν να συντηρώ αυτή την ανησυχία μου γιατί κάθε φορά μου παραγγέλνεται κάτι διαφορετικό σε ύφος, που κάποτε ανάγεται σε άλλο χώρο ή σε άλλη εποχή. Αυτό απαιτεί ευρύ πειραματισμό, να δοκιμάζεις καινούργια ακούσματα».

Είστε άνθρωπος επιστήμονας και καλλιτέχνης. Πιστεύεται ότι διανύουμε μια παρατεταμένη περίοδο έκπτωσης του ανθρώπου όσον αφορά την μόρφωση και το ήθος ;
«Αν ψάξουμε θα βρούμε πάρα πολλά στοιχεία εκπτώσεων σε όλες τις εποχές και κάποια στοιχεία ανατάσεως. Έχουμε μια τάση να αναζητούμε τα αρνητικά της εποχής μας που θα ήταν καλό να συνοδευόταν και από μία τάση να βελτιωνόμαστε, αλλά τις περισσότερες φορές δεν οδηγούμαστε εκεί. Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που μπορούμε και πρέπει να διαμαρτυρηθούμε γι’ αυτά. Νομίζω πάντως ότι τα πράγματα ποτέ δεν είναι χειρότερα από προηγούμενες εποχές. Προτιμώ να κρατώ τα καλά στοιχεία της εποχής μας».

Οι πρώτες καλλιτεχνικές ανησυχίες πώς εκφράστηκαν;
«Έπιασα την κιθάρα στα δεκατέσσερα και προσπάθησα να γράψω τα δικά μου τραγούδια. Κάποιοι με ενθάρρυναν μεταξύ των οποίων οι γονείς μου. Κάποιες αποφάσεις παίρνονται πριν τις πάρουμε. Έτσι άρχισα να παίζω στην κιθάρα Σαββόπουλο, Μπητλς, κάτι ιταλικά, κάτι κλασικά, Τσιτσάνη και φυσικά Χατζιδάκι…».

Θυμάστε κάτι από την συνεργασία σας με τον Μάνο Χατζιδάκι για τις ανάγκες της ταινίας “Memed My Hawk” με πρωταγωνιστή τον Πήτερ Ουστίνοφ ;
«Του είχε παραγγείλει ο Ουστίνοφ να γράψει την μουσική και δεν είχε καμία όρεξη να το κάνει. Μου τηλεφώνησε όταν ζούσα στο Παρίσι και μου ζήτησε να έρθω για λίγες μέρες στην Aθήνα για να ενορχηστρώσω τα κομμάτια που έπρεπε να παραδώσει σε μια βδομάδα. Φθάνω, δεν είχε γράψει τίποτα. Mου ζητάει λοιπόν να γράψω κάνα-δυό κομμάτια για την ηχογράφηση της επόμενης μέρας, που δεν έπρεπε επ’ουδενί να ακυρωθεί. Όπερ και εγένετο. Ήρθε στο στούντιο και διηύθυνε ο ίδιος τα κομμάτια μου με όρεξη. Mετά πήγε σπίτι του και πρέπει να δούλεψε όλη τη νύχτα γιατί την άλλη μέρα έφερε διπλάσια κομμάτια από μένα. Στην ουσία με έβαλε να κάνω την αρχή ώστε να πιεστεί ο ίδιος μετά και να γράψει μουσική».

Με αφορμή το ορχηστρικό κομμάτι σας «Είδαν τα μάτια μας γιορτές» για την ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου θέλω να σας ρωτήσω ποιες ήταν οι γιορτές της ζωής σας…
«Οι γιορτές μου ήταν ανατροπές. Καινούργια ξεκινήματα που τα γιόρταζα με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Η αναχώρησή μου στη Γαλλία που γιορτάστηκε με τη Λιλιπούπολη την οποία ηχογράφησα λίγο πριν φύγω, η επιστροφή μου από τη Γαλλία που συνδέθηκε με γάμο και παιδί, το οποίο ήταν επίσης μεγάλη γιορτή και το γιόρτασα με ένα δίσκο Τα Νανουρίσματα που έγραψα για την κόρη μου. Επίσης όταν ξαναμπήκα στο σινεμά και στο θέατρο που το γιόρτασα με βραβεύσεις με τον Μαυρίκιο και τον Καραμαγκιώλη που μου άνοιξαν πόρτες να κάνω μετά τόσες ταινίες και τόσα θέατρα. Και πρόσφατα μια ακόμη επανεκκίνηση με κάποια πράγματα δικά μου πέρα από τις μουσικές για το θέατρο και το σινεμά, κάτι που γιόρτασα με ένα σπίτι στη Σύρο, όπου θα μοιράζομαι το χρόνο μου με την Αθήνα τα επόμενα χρόνια και εκεί θα δουλεύω περισσότερο για μένα».

Με τις άλλες τέχνες ποια είναι η σχέση σας;
«Διάβαζα λογοτεχνία και παρακολουθούσα από μικρός σινεμά και θέατρο. Η μουσική είναι μία σχετικά μοναχική τέχνη έτσι όπως την ξεκίνησα μέσα από την πειραματική μουσική. Δεν πολυέγραφα τραγούδια. αυτό που κυρίως με ενδιέφερε ήταν να κάνω αυτό που λέμε καθαρή μουσική. Μοναχική τέχνη, σαν την ποίηση, σαν τη ζωγραφική, σε αντίθεση με το σινεμά και το θέατρο όπου όλοι οι συνεργάτες ανταλλάσσουν ιδέες και ενέργεια, στοιχεία που με έλκυσαν ν’ ασχοληθώ με το χώρο. Με τη ζωγραφική είχα κάποιες εμμονές με ζωγράφους που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον μου κάποιες περιόδους, αλλά δεν είχα ασχοληθεί σε βάθος».

Πώς ανανεώνεται το ενδιαφέρον για τη ζωή πέραν της τέχνης;
«Με ταξίδια. Έχω ταξιδέψει πολύ. Τα ταξίδια μου δεν έχουν ποτέ χαρακτήρα τουριστικό, αλλά διεισδυτικό στον τρόπο ζωής και σκέψης ενός λαού. Διαβάζω λογοτεχνία του τόπου που βρίσκομαι,  ακούω μουσική του τόπου αυτού και δοκιμάζω γεύσεις πάσης φύσεως, μυρωδιές, ακούσματα και εικόνες. Έτσι το ταξίδι συνεχίζεται και μετά την επιστροφή.

Ποιο άλλο φυσικό χάρισμα θα θέλατε να είχατε εκτός της σύνθεσης;
«Θα ήθελα να παίζω ένα μουσικό όργανο, συμπεριλαμβανομένης και της φωνής. Η σύνθεση δεν με άφησε να τελειοποιήσω κανένα όργανο. Aν πάντως έπαιζα, θα προτιμούσα το βιολοντσέλο, παρ’ ότι είναι κατ’ αρχήν μονοφωνικό όργανο έχει πάρα πολλά περιθώρια… Mην μπορώντας λοιπόν να εκφραστώ μ’ ένα όργανο, εκφράστηκα με την ορχήστρα.».

Θυμάστε την πρώτη προσωπική δισκογραφική απόπειρα σας;
«Σε ηλικία δεκαέξι ετών. Καθηγητής στο σχολείο μου ήταν ο Ματθαίος Μουντές που με προέτρεψε να γράψω τραγούδια, μου έδωσε στίχους δικούς του και άλλων ποιητών και φρόντισε να βρεί εταιρία να τα εκδόσει. Έκανα ένα δίσκο με μηδέν γνώσεις. Με έσπρωξε νωρίτερα της ώρας μου.  Ήδη είχα κάνει δύο δίσκους. Στον ένα είχα πάει και βρήκα το Σεφέρη και μελοποίησα στίχους του. Είχα θράσος για την ηλικία μου…Σήμερα τα βλέπω σαν παιδικές αμαρτίες».

Η σημερινή εξέλιξη σας στην μουσική με αρκετή μόρφωση και εμπειρία ύστερα από τριάντα χρόνια πορείας, με ορχήστρες στη διάθεσή σας και εκλεκτούς ερμηνευτές, πώς απολαμβάνετε τις ηχογραφήσεις
«Χρησιμοποιώντας φυσικά όργανα από μουσικούς που θέλω να είναι όλοι μαζί παρόντες στο στούντιο. Όλοι οι μουσικοί μου συναντώνται, συνυπάρχουν και συνομιλούν, αλλά πάνω σε ένα πολύ δεδομένο κείμενο που τους έχω δώσει και δεν αλλάζει. Δεν μπαίνω στο στούντιο και ψάχνω πράγματα.  Όλοι οι πειραματισμοί έχουν γίνει πριν».

Ένας πειραματισμός σας ήταν και η μουσική για το μιούζικαλ «Σιωπή Ο Βασιλιάς Ακούει», το 1995…
«Αυτό ήταν μια μένα εξαιρετικά πολύτιμη εμπειρία και μου άνοιξε την όρεξη ν’ ασχοληθώ με το μουσικό θέατρο. Ήταν μια παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής. Το κακό είναι ότι δέκα χρόνια τώρα δεν είχα δεύτερη αφορμή».

Ποιοι είναι οι φάροι της ζωή σας ;
«Θυμάμαι τον Ρίλκε στα Γράμματα Σ’ ένα Νέο… Ποιητή στις κεδόσεις Ίκαρος που με είχε επηρεάσει στην εφηβεία μου, τον Μάνο Χατζιδάκι στην πολύπλευρη συνεργασία μας στο Τρίτο Πρόγραμμα, τον Μουσικό Αύγουστο, στους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας και της Καλαμάτας, στον Σείριο, σε ενορχηστρώσεις έργων του, σε συναυλίες. Με επηρέασε βαθιά η σκέψη και η μουσική του. Φάροι είναι οι στιγμές που αποκαλύπτονται κάποια έργα, κάποιες συναυλίες όπως μια συναυλία ινδικής μουσικής που είδα στο Παρίσι με τους αδερφούς Ντακάντ που μου αποκάλυψε έναν άλλο κόσμο. Μια άλλη συναυλία σύγχρονης μουσικής του Λουτσιάνο Μπέριο, παρόντος του ιδίου, με την Κάθυ Μπερμπέριαν και μία συναυλία του Φρανκ Ζάππα. Είναι άνθρωποι που γνώρισα ή δεν γνώρισα που μέσα από μία φράση τους σ’ ένα βιβλίο ή μέσα από μια μουσική φράση ένοιωσα να αποκαλύπτεται κάτι πολύ σημαντικό για μένα, που περιείχα και ως τότε δεν το γνώριζα».

Γράφετε μουσική για κινηματογράφο τον καιρό αυτό ;
«Μόλις ολοκλήρωσα τη μουσική για μία αμερικανική ταινία ‘ευρωπαϊκού’ ύφους και ήθους, το Four Corners Of Suburbia της Elizabeth Puccini, ανεξάρτητη παραγωγή, καθώς και για την γερμανική ταινία ενός Βενεζουελάνου, το Amor in Concreto. Τώρα γράφω μουσική για την ταινία Αλεμάγια του νέου σκηνοθέτη Ηλία Γιαννακάκη, και έπεται η νέα ταινία ενός παλιού φίλου και συνεργάτη, του Γιώργου Καρυπίδη. Στο θέατρο κάνω το καινούργιο έργο του Λευτέρη Βογιατζή, το Σχολείο Γυναικών του Μολιέρου που θ’ ανεβεί σ’ ένα μήνα. Για μένα πάντα αυτό που έχει το περισσότερο ενδιαφέρον είναι το καινούργιο, το απρόοπτο, το προσωπικό που έχει μία νέα πρόταση. Δεν με ενδιαφέρει η βιομηχανία της μουσικής. Ευτυχώς πάντα υπάρχει χώρος ακόμη για να κάνεις σωστά τη δουλειά σου. Υπάρχουν, για παράδειγμα, πάρα πολλοί που εκφράζονται υπέροχα μέσω της μουσικής και που αξίζει να τους ανακαλύψουμε…».