επικοινωνία ·  en | gr

o Νίκος Κυπουργός / Η μουσική του




05/12/2007

Συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλου

ηλεκρονικό περιοδικό Ηριδανός



Φαινόμενο ο Νίκος Κυπουργός. Από πολλές απόψεις. Και πρώτα απ’ όλα που είναι (ναι!) στα 55 και μοιάζει είκοσι. Ένα εντελώς εκνευριστικό φαινόμενο Ντόριαν Γκρέι δηλαδή! Φαινόμενο -για να σοβαρευόμαστε- και στη μουσική ζωή: Γιατί ζώντας επί 20-25 χρόνια στο πλευρό του Μάνου Χατζιδάκι ως στενός συνεργάτης και φίλος του και υπηρετώντας εργωδώς τη μουσική εκείνου άλλα 13 χρόνια μετά το θάνατό του, ενώ δέσμευσε με άλλα λόγια πολλή ενέργεια και πολύ από το δημιουργικό του χρόνο στην υπηρεσία του έργου εκείνου, κατάφερε ούτε στη σκιά του να μείνει ούτε «επίγονος» να θεωρηθεί. Αντίθετα, ανέπτυξε ένα πολύ ενδιαφέρον και προσωπικό μουσικό ύφος (ίσως δεν έχει η ελληνική μουσική άλλον μινιατουρίστα τέτοιας περιωπής –για να μείνουμε μόνο σε ένα χαρακτηριστικό του) και δημιούργησε γόνιμο έργο, που αριθμεί ήδη μουσική για κάπου 150 θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες και πάνω από 20 δίσκους.

Εδώ και τρία χρόνια το «φαινόμενο Κυπουργός» έχει δηλώσει, διακριτικά όπως πάντα, «απο-Σύρο-μαι» και ζει πια τον περισσότερο καιρό στη Σύρο. Αγόρασε ένα σπιτάκι πάνω σ’ ένα θαλάσσιο γκρεμό, στις παρυφές της Ερμούπολης, «όπου αίφνης ο χρόνος τετραπλασιάστηκε». Εκεί ξανασυνάντησε τον εαυτό του, δουλεύει τα καινούργια του έργα, και σχεδιάζει κάποια άλλα που επιθυμεί διακαώς, κι από καιρό, να φτιάξει.

-Τι σας έκανε να πείτε το … απο-Σύρο-μαι;
«Πριν από τρία χρόνια ένιωσα ότι έκλεινε ένας κύκλος. Ένιωσα ξαφνικά ότι όλη μου τη ζωή ήμουν μέσα σ’ ένα τρένο που με πήγαινε χωρίς να έχω χρόνο ούτε τα τοπία τουλάχιστον να κοιτάζω απ’ έξω. Είπα λοιπόν να σταματήσω, να κατέβω και να δω λίγο πίσω, τι έχει συμβεί όλα αυτά τα χρόνια, τι κάνω, πού βρίσκομαι. Τότε διαπίστωσα ότι η δραστηριότητά μου ήταν απροσδόκητα ογκώδης, με θορύβησε όμως το γεγονός ότι κάποιες σταθερές επανέρχονταν. Ότι είχα αρχίσει να επαναπαύομαι. Έχω βρει μια καλή θέση στο τρένο, πρώτη θέση, αλλά έχω αφεθεί. Έχω ξεχάσει τον προορισμό –με πήγαιναν τα πράγματα, δεν τα πήγαινα εγώ. Κι ένιωσα την ανάγκη να πάρω εγώ πια το τιμόνι. Και να κοιτάξω κι άλλες πλευρές της ζωής και του εαυτού μου. Παράλληλα, από καιρό ζήλευα φίλους και γνωστούς που έφευγαν από την Αθήνα και πήγαιναν να ζήσουν σε κάποιο νησί ή κάπου πιο ήρεμα, πράγμα που κι εμένα η δουλειά μου μού επέτρεπε να κάνω. Αλλά δεν το αποφάσιζα. Όταν όμως έκανα τη στάση και κοίταξα πίσω, το αποφάσισα. Και είπα το «αποσύρομαι» -στην κυριολεξία». 

-Πώς ειδικά στη Σύρο; Είχατε κάποια σχέση με το νησί;
«Καμία απολύτως. Μάλιστα αυτό το νησί το απέφευγα συστηματικά, νομίζοντας ότι έχει γίνει κάπως σαν τη Σαλαμίνα ή την Αίγινα, αλλά όταν κατά σύμπτωση βρέθηκα εκεί, έχοντας χάσει ένα πλοίο για την Αμοργό, έμεινα! Ήταν ένα νησί με όλα τα θετικά που ήθελα χωρίς κανένα αρνητικό. Είναι ήσυχο, έχει όμως ένα αστικό περιβάλλον, γιατί δεν ήθελα να πάω κάπου σαν ερημίτης, έχει τη θάλασσα που σε καθαρίζει, είναι κοντά στην Αθήνα, οπότε μπορώ άνετα να πηγαινοέρχομαι για τις δουλειές… Είχα και την τύχη να βρω ένα σπίτι πάνω από τη θάλασσα αλλά και πολύ κοντά στην Ερμούπολη, απ’ όπου βλέπω Τήνο, Μύκονο, Δήλο… Εκεί μπορώ να δουλεύω και να μένω μόνος μου αρκετές μέρες -που από 20 χρονώ είχα ξεχάσει πώς είναι να μένεις μόνος, αν δεν το φοβόμουν κιόλας. Έτσι, στα 50 μου ανακάλυψα μια άλλη σχέση με τον εαυτό μου. Απαλλάχτηκα από διάφορες υποχρεώσεις που στην Αθήνα σου κατασπαράζουν το χρόνο, διάβασα και άκουσα δεκάδες βιβλία και δίσκους που είχαν συσσωρευτεί και που ήθελα πολύ να διαβάσω και ν’ ακούσω και δεν έβρισκα χρόνο…»

-Και η σύντροφός σας;
«Έρχεται και με βρίσκει τα σαββατοκύριακα. Άλλωστε έρχομαι κι εγώ κάθε τόσο στην Αθήνα». 

-Πώς και δεν ξαναπαντρευτήκατε, τόσα χρόνια μετά τη διάλυση του πρώτου γάμου σας με τη Δώρα Μασκλαβάνου;
«Για ποιο λόγο να ξαναπαντρευτώ; Έχω κάνει ένα παιδί, έχω κάνει οικογένεια, ζω με την κοπέλα που μ’ ενδιαφέρει, ποιος ο λόγος. Τώρα ειδικά που ανακάλυψα τη δύναμη και την ενέργεια που αποκτάς μένοντας μόνος για ένα διάστημα… Πράγμα που -απίστευτο!- μου συνέβη στα πενήντα. Τώρα ενηλικιώνομαι δηλαδή! Και τώρα αισθάνομαι ότι θα μπορέσω να κάνω όλα αυτά που ονειρεύομαι να κάνω. Που μπορεί να μη γίνουν ποτέ, αλλά έτσι αισθάνομαι».

-Είχατε πει πριν από μερικά χρόνια ότι σκοπεύετε να αφοσιωθείτε σε έργα «μεγαλύτερης αυτονομίας» απ’ ό,τι η μουσική για σινεμά ή θέατρο…
«Υπάρχει πάντα αυτή η επιθυμία. Μάλιστα τώρα έχω μια πρόταση από το Μέγαρο Μουσικής για μια συναυλία του χρόνου κι ένα καινούργιο έργο, που θα παίξει η Καμεράτα. Τι θα είναι αυτό, το ψάχνω. Η συναυλία θα περιλαμβάνει μια κινηματογραφική σουίτα μου, από κομμάτια για ταινίες, θα έχει ένα μέρος με τραγούδια μου από το σινεμά, αλλά θα έχει κι αυτό το καινούργιο έργο. Να γράψω άλλα έργα έχω πάντα όχι μόνο μεγάλη επιθυμία, αλλά και συγκεκριμένα σχέδια, για τα οποία έχω κάνει και μια προεργασία –όσο μου επέτρεψε η δουλειά για 15 ταινίες που έκανα μέσα σε τρία χρόνια. Γιατί, βλέπετε, και το σπιτάκι στη Σύρο πρέπει να ξεπληρώσω, και δίδακτρα για την κόρη μου να εξασφαλίσω, και όλ’ αυτά. Έχω όμως για πρώτη φορά τις κατάλληλες συνθήκες για να προχωρήσω στα έργα που θέλω να κάνω».

-Τα οποία σαν τι θα είναι;
"Μια όπερα, όπως την εννοώ εγώ τουλάχιστον. Ένα μιούζικαλ. Ένα μπαλέτο. Πράγματα που να έχουν σχέση με τη σκηνή πάντως. Γιατί με γοητεύει αυτή η σχέση. Και το μιούζικαλ "Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει» που είχα παρουσιάσει επέτεινε την τάση μου προς την κατεύθυνση αυτή».

-Πότε εγκαταλείψατε την ιδέα να ασχοληθείτε με τη λόγια μουσική;
«Ότι δεν θα κάνω μουσική σαν του Ξενάκη, λ.χ., τη λεγόμενη “σύγχρονη μουσική”, το ήξερα πριν ακόμα ολοκληρώσω τις σπουδές μου στη Γαλλία. Δεν με ενδιέφερε αυτός ο χώρος. Τον σπούδασα όμως ως το τέλος για να είμαι σίγουρος για τις επιλογές μου. Εμένα με κέντριζε η ιδέα να προσπαθήσω να παντρέψω πράγματα που με συγκινούσαν μέσα από σύγχρονα πειράματα και ανακαλύψεις στη μουσική με αυτά που το ένστικτό μου ανακαλούσε από το πριν, από στέρεες βάσεις που προϋπήρξαν –δηλαδή από την κλασική μουσική, κι ακόμα πιο πολύ από τη δική μας τη μουσική παράδοση. Αυτά ήθελα να συνδυάσω, αλλά με έναν τρόπο που εγώ το έβλεπα αυτό. Και τη δυνατότητα να το κάνω μου την έδωσαν το θέατρο και το σινεμά. Γιατί εκεί είσαι ελεύθερος, στην ουσία, να κάνεις σχεδόν ό,τι θέλεις. Έτσι, πολλές φορές στη μουσική μου, όσο κι αν δεν φαίνεται, υπάρχουν στοιχεία που προέρχονται κατευθείαν από τη “σύγχρονη μουσική”, αναζητήσεις πολύ σύγχρονες (ρυθμοί πώς χτίζονται, ηχοχρώματα πώς συνδυάζονται, χρήση μικροδιαστημάτων, γκλισάντι, τρόποι παιξίματος), τα οποία παντρεύονται συχνά με τελείως παραδοσιακά χρώματα κι ακούσματα. Ήθελα πάντως να κάνω κάτι που να αφορά κάποιον κόσμο. Όχι όλους, ποτέ δεν επιδίωξα κάτι τέτοιο, αλλά να έχει η μουσική μου μια κάποια χρηστικότητα. Να μην απευθύνεται μόνο σε πέντε ανθρώπους που ασχολούνται με τη “σύγχρονη μουσική”».

-Έχω την εντύπωση ότι ο Νίκος Κυπουργός, όσον αφορά το μέγεθος της φόρμας τουλάχιστον, είναι ο συνθέτης της μινιατούρας. Του σύντομου σε διάρκεια κομψοτεχνήματος. Πώς το ακούτε;
«Της μινιατούρας, ναι, το έχω σκεφτεί κι εγώ πολλές φορές. Δεν υποτιμώ καθόλου τα σύντομα έργα, αντίθετα τρέφω μεγάλο σεβασμό στις μινιατούρες. Έτσι κι αλλιώς έχω πάθος με το μέτρο, με την οικονομία. Δεν θέλω να περισσεύει ούτε μία νότα. Ό,τι δεν είναι απαραίτητο το πετάω. Γι’ αυτό πολλά τραγούδια μου είναι σύντομα. Ενώ θα μπορούσαν άνετα να επαναλαμβάνουν άλλη μια φορά το κουπλέ και το ρεφρέν».

-Γιατί αργήσατε να συνθέσετε και να εκδώσετε μουσική σας; Αν εξαιρέσουμε τα τραγούδια σας στη Λιλιπούπολη, μουσική σας αρχίσαμε να ακούμε γύρω στα 35 σας.
«Αργησα; Τον πρώτο μου δίσκο τον έβγαλα στα… 17 μου και τον δεύτερο, τη Λιλιπούπολη, στα 25. Ναι, μετά, ως το “Εν Αθήναις” και τα “Νανουρίσματα”, παρεμβλήθηκαν μερικά χρόνια, γιατί φεύγω για σπουδές στη Γαλλία κι ύστερα, όταν επιστρέφω, πρέπει να δουλέψω σε ωδεία και στη δισκογραφία (ως παραγωγός στη Λύρα και ως ενορχηστρωτής στο Σείριο του Χατζιδάκι), γιατί εντωμεταξύ παντρεύομαι, κάνω την κόρη μου και δεν έχω να πάρω πάνες. Από το “Εν Αθήναις” που έκανα για το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου με άκουσε ο Μαυρίκιος και με κάλεσε για συνεργασία στο θέατρο και το σινεμά –“Αenigma est”, “Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα” κλπ. Μια συνεργασία που φέτος, με την “Ανδρομάχη”, συμπληρώνει αισίως 20 χρόνια».

Ο Μάνος Χατζιδάκις κι εγώ

Ας κάνουμε εδώ μια μεγάλη παρένθεση για να αναφερθούμε στη «σχέση ζωής» που έχει αδιάρρηκτα πλέον συνδέσει τον Νίκο Κυπουργό με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον οποίο γνώρισε πριν ακόμα γίνει 20 ετών, για να τον ζήσει ακολούθως από πολύ κοντά ως φίλος και ως ο στενότερος συνεργάτης του επί μια 25ετία περίπου, δηλαδή ως το θάνατό του.

Για να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια, ας μας επιτραπεί να αναδημοσιεύσουμε εδώ όσα σχετικά -και πολύ σημαντικά για το θέμα- έχει πεί ο Νίκος Κυπουργός σε συνεντεύξεις μας που δημοσιεύσαμε στην κυριακάτικη «Καθημερινή» τα τελευταία 10 χρόνια –και να συνεχίσουμε μετά την τωρινή συζήτησή μας (τα αποσπάσματα από την «Καθημερινή» είναι εντός εισαγωγικών):

«-Ποιό ήταν το σημαντικότερο όφελος από τη γνωριμία σας με τον Μάνο Χατζιδάκι;
-Η ανησυχία. Θυμόσαστε; -ήταν μια αγαπημένη του λέξη, και έννοια, τη χρησιμοποιούσε συνεχώς. Να προσπαθείς να μένεις ανήσυχος, με καθαρό βλέμμα, να ψάχνεις καινούργια πράγματα για να θρέφεις το μυαλό σου -γιατί ο Χατζιδάκις έψαχνε, ενημερωνόταν για τα πάντα, διάβαζε αφάνταστα πολύ (και μην ακούτε τι δηλώνουν μερικοί), διάβαζε φιλοσοφία, ποίηση, ιστορία, λογοτεχνία, άκουγε πολλή μουσική -θυμάμαι ερχόταν στη Γαλλία και έφευγε με 500 δίσκους, σήκωνε τα μαγαζιά! Διάβαζε, άκουγε, συζητούσε, με ώριμους, με νέους... Σιχαινόταν τον εφησυχασμό. Κι έλεγε ότι έχει μεγάλη σημασία να κρατάς το μυαλό σου ξύπνιο, να μη βολευτείς, «να μη συνηθίσεις το πρόσωπο του τέρατος», γιατί «από τη στιγμή που δεν σου προκαλεί πια αποτροπιασμό το πρόσωπο του τέρατος, θα πει ότι άρχισες κι εσύ να του μοιάζεις»... Γι’ αυτό μην πεις ποτέ «έτσι είν’ αυτά», «έτσι είν’ ο κόσμος» κτλ, αλλά να εκπλήσσεσαι και να ενίστασαι όταν βλέπεις το τέρας. Κι αυτά δεν τα έλεγε μόνο -έτσι ζούσε. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που βίωσα κοντά του. Η ανησυχία είναι το σημαντικότερο που πήρα από τον Χατζιδάκι.

-Και τα αρνητικά από τη μακρόχρονη φιλία σας;
-Τι αρνητικά, ποια αρνητικά; Το να δεις πως κι ένας σπουδαίος άνθρωπος μπορεί να έχει κι αυτός τις αδυναμίες του, τις υπερβολές του;

-Δεν σας δυσκόλεψε καθόλου το ότι θα μπορούσαν να παρεξηγήσουν την παρουσία σας δίπλα στον Χατζιδάκι;
-Πάρα πολύ στην αρχή, διότι υπήρχε αυτή η ηλίθια προκατάληψη. Κι εμένα, που ήμουν τότε πολύ νέο παιδί, με ενοχλούσε όχι μόνο που έλεγαν ότι έχω σχέση με τον Χατζιδάκι, αλλά και, το χειρότερο, ότι εκμεταλλευόμουν αυτή τη σχέση για να ανέλθω στη μουσική ζωή. Αυτό ήταν πια που με τσάκιζε. Είχαν φτάσει μάλιστα στο σημείο να λένε ότι ο Χατζιδάκις με βοηθούσε γράφοντάς μου μουσική. Ήταν τραγικό. Είχα χάσει τον ύπνο μου... Αλλά σιγά σιγά, συνειδητοποιώντας το ποιόν και την ασχετοσύνη του «κόσμου», είπα ότι δεν θα κάνω και τη χάρη στον κάθε ανόητο να επηρεάσει τη σχέση μου με κανέναν. Το πήρα απόφαση ότι δεν οδηγεί πουθενά να ασχολείσαι με το τι λέει ο κόσμος και μεγαλώνοντας το ξεπέρασα.

-Η στενή συνεργασία σας με τον Μάνο Χατζιδάκι κράτησε ως το τέλος της ζωής του, πάνω από μια 20ετία, πολύ περισσότερο από τα χρονικά όρια μιας «μαθητείας». Ποιο ήταν το «μυστικό» της διάρκειάς της;»
-Το γεγονός ακριβώς ότι εξαρχής είχε το χαρακτήρα συνεργασίας και όχι «μαθητείας». Φυσικά ήταν και μαθητεία, και μάλιστα πολύ ουσιαστική, γιατί ο Χατζιδάκις ήταν κατεξοχήν πομπός, ο άνθρωπος που εκπέμπει πράγματα ακόμη και στην πιο ανύποπτη στιγμή. Χωρίς ποτέ να παίρνει θέση ή ύφος δασκάλου. Άλλωστε επιζητούσε πάντα ανθρώπους που να έχουν τη δική τους προσωπικότητα. Θύμωνε όταν του πήγαινες κόντρα, αλλά κατά βάθος αυτό ήθελε, αυτό εκτιμούσε πιο πολύ. Εγώ δηλαδή... ήταν παροιμιώδεις οι κόντρες μας. Πολλές φορές έφτανα να είμαι απλώς ένα πνεύμα αντιλογίας, αλλά πολύ συχνά επίσης διαφωνούσα δικαίως. Γιατί ο Χατζιδάκις ήταν άνθρωπος των άκρων, οι αντιδράσεις του ήταν πολλές φορές ακραίες κι αυτό εγώ του το έλεγα. Τη στιγμή εκείνη με έβλεπε όπως ο ταύρος το κόκκινο πανί, ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε, αλλά διαπίστωνα αργότερα ότι εκτιμούσε που του είχα πει ευθέως τη γνώμη μου. Εν αντιθέσει με άλλους που συμφωνούσαν με ό,τι έλεγε κι ό,τι έπραττε.

Η συνεργασία μας κράτησε λοιπόν τόσα χρόνια γιατί εγώ είχα εξαρχής τη δική μου πορεία. Δεν πήρα δίπλα του ρόλο υποτακτικού ούτε κομπλεξαρισμένου νεαρού στο πλάι ενός σπουδαίου. Ήταν καθαρή σχέση. Φυσικά και τον συμβουλευόμουν, συζητούσα μαζί του κτλ, αλλά είχα τη δική μου πορεία. Ήθελα να πάω για σπουδές στη Γαλλία, έφυγα για πέντε χρόνια. Και είχα πάντα τις δικές μου απασχολήσεις και εργασίες».

(Ως εδώ τα αποσπάσματα συνεντεύξεών μας με τον Ν. Κυπουργό από την «Καθημερινή». Και επανερχόμαστε στο σήμερα:).

-Σήμερα, 13 ακριβώς χρόνια από το θάνατό του, ποια κουβέντα του Χατζιδάκι βλέπετε να ισχύει με τα χρόνια περισσότερο μέσα σας, να έχει καθορίσει πράγματα;
«Πολλά είναι αυτά που με καθόρισαν από τον Χατζιδάκι. Και για τη μουσική, αλλά κυρίως πάνω στην ίδια τη ζωή. Για τις σχέσεις των ανθρώπων… Μιλώ καμιά φορά με την κόρη μου και μου έρχονται πράγματα που κι εγώ τα είχα ξεχάσει. Προ καιρού, ψάχνοντας στο αρχείο μου για να βρω υλικό για το site μου στο διαδίκτυο (σ.σ: www.kypourgos.gr), βρήκα κάτι καταπληκτικές σημειώσεις που κρατούσα νεαρός, όταν δούλευα κοντά του στο Τρίτο Πρόγραμμα. Μαζευόμασταν τότε και μιλούσαμε μαζί του όλοι όσοι δουλεύαμε εκεί -Κουρουπός, Φιδετζής, Κοντογεωργίου, Καραΐνδρου, εγώ, που ήμουν και ο βενιαμίν της παρέας- κι όταν έφευγα έβγαζα ένα μπλοκάκι κι έγραφα τις πιο σημαντικές σκέψεις ή εκφράσεις του Χατζιδάκι από τη βραδιά εκείνη. Και τις κουβαλούσα χρόνια…»

-Θα τα εκδώσετε αυτά κάποια στιγμή;
«Ναι, το σκέφτομαι. Έχω πολλά να πω για τον Χατζιδάκι. Δεν είναι μόνο οι σημειώσεις, είναι και αυτά που αντέχουν στη μνήμη μου, άρα που ο ίδιος ο χρόνος αποδεικνύει ότι είναι σημαντικό να ειπωθούν. Υπάρχουν επίσης επιστολές. Έχω μάλιστα ήδη δημοσιεύσει μία στο πρόγραμμα κάποιας συναυλίας. Μου την είχε στείλει όταν είχα βγάλει το πρώτο μου δισκάκι, μαθητής Γυμνασίου ακόμα. Κι εκεί που όλοι μου έλεγαν “ταλεντάρα”, “να πας να βγάλεις δίσκο στο Νέο Κύμα”, “να πας στην τηλεόραση” κλπ, έρχεται αυτός και μου λέει “πρόσεχε, πρέπει να μελετήσεις, το τραγούδι δεν είναι εύκολη υπόθεση, η εύκολη οδός είναι καταδικασμένη. Κι αν έχεις ευκολίες, μη μένεις σ’ αυτές, κατασκεύασε ο ίδιος τις δυσκολίες σου, οι ευκολίες είναι επικίνδυνες”. Είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που πήρα –κι εγώ, ευτυχώς, αμέσως “το αγόρασα” αυτό. Κατάλαβα ότι εκεί είναι η αλήθεια. Και κάνοντας πέρα όλους τους κόλακες και τις σειρήνες που μου υπόσχονταν εύκολη ανάδειξη, αποσύρθηκα. Και η επόμενη εμφάνισή μου ήρθε πια δέκα χρόνια αργότερα, με τη Λιλιπούπολη. Ακόμα και τώρα, μακάρι να βρισκόταν κάποιος να μου δώσει μια χορηγία 100.000 ευρώ για να αποσυρθώ πάλι για δυο χρόνια. Ξέρω ότι κάθε απόσυρση έχει τεράστιο ουσιαστικό κέρδος για τη δουλειά σου. Αλλά και τώρα γίνεται αυτό, εν σμικρώ έστω. Όλο και υπάρχει κάποιο δίμηνο ανάπαυλας ανάμεσα σε δυο δουλειές, το οποίο μάλιστα τώρα στη Σύρο είναι πολύ πιο δημιουργικό».

Η μουσική ελεύθερη στο Ίντερνετ

-Τι σκεφτόσαστε για την κρίση στη δισκογραφία;
«Εγώ θέλω να βγάλω όλη τη μουσική μου στο Ίντερνετ και να την κατεβάζει δωρεάν όποιος θέλει. Έτσι κι αλλιώς τα έσοδά μου δεν προέρχονται από τους δίσκους. Κοιτάξτε, εγώ πιστεύω ότι η μουσική στον 20ό αιώνα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, βρέθηκε εγκλωβισμένη σε κάποιο “φορέα μουσικής” -δίσκο κλπ- που της επέβαλε διάφορους περιορισμούς, όπως λ.χ. τραγούδι τρίλεπτης διάρκειας, μετά 12 τραγούδια αναγκαστικά σε ένα L.P, κλπ κλπ, πράγματα δηλαδή πολύ αρνητικά για τη φύση της μουσικής. Εγώ, δόξα τω θεώ, δεν υπήρξα ποτέ δέσμιος της δισκογραφίας και των επακόλουθων αυτής της δέσμευσης. Ετσι, χωρίς να αδιαφορώ για τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει στους συναδέλφους μου η κρίση της δισκογραφίας, προσωπικά δεν με αφορά».

-Ναι, αλλά με την κρίση αυτή δεν δυσχεραίνεται περισσότερο η ήδη δυσχερής διακίνηση των δίσκων ποιοτικής μουσικής;
«Για την καλή μουσική ισχύει ό,τι και για την ποίηση: Αφορά αυτούς τους λίγους που ψάχνουν. Και όποιος ψάχνει, βρίσκει. Δεν μπορεί η μουσική να υπακούει στους νόμους της αγοράς. Υπακούει μόνο στους δικούς της νόμους. Αυτό συνέβαινε όλους τους αιώνες –ως τον 20ό. Στον 20ό ξέρουμε όλοι τι συνέβη και τώρα, στον 21ο, φαίνεται πως τα πράγματα επανέρχονται στη φυσιολογική τους κατάσταση. Γιατί η μουσική είναι κάτι άυλο, κάτι που κυκλοφορεί ελεύθερο στον αέρα και το κατεβάζεις εσύ σε όποια μορφή το έχεις ανάγκη –ένα λεπτό τραγούδι, 22 τραγούδια, εκατό τραγούδια. Όχι ό,τι θέλει κάποιος άλλος, που βγάζει και πουλάει ένα δίσκο. Το βρίσκω πάρα πολύ θετικό αυτό. Και οι δισκογραφικές εταιρείες, που πολύ συχνά έπαιξαν μη καθαρά παιχνίδια, εκμεταλλευόμενες όχι μόνο συνθέτες και τραγουδιστές αλλά πολύ περισσότερο το κοινό, τιμωρούνται δικαίως. Γιατί κάνανε κατάχρηση. Παραέγινε το κακό».

-Η μουσική είναι κάτι που οφείλουμε να ψάχνουμε, αλλά μήπως έγινε δυσχερέστερο αυτό σήμερα μέσα στο χάος προτάσεων του διαδικτύου;
«Αυτός που έχει ανάγκη να ψάξει, θα βρει αυτό που τον ενδιαφέρει. Μπορεί τα πράγματα που προτείνονται μέσα στο ίντερνετ να είναι πολύ περισσότερα, αλλά ταυτόχρονα είναι απείρως μεγαλύτερη η ευχέρεια προσέγγισης –όπου κι αν ζεις, όσο απομονωμένος κι αν είναι ο τόπος σου, μπορείς να έρθεις εύκολα σε επαφή με ό,τι σε ενδιαφέρει. Βασικό ζήτημα παραμένει η εσωτερική ανάγκη για ψάξιμο. Όποιος αρκείται στη Γιουροβίζιον, λ.χ., δεν θα ψάξει όποιες συνθήκες κι αν επικρατούν».

-Ποιο είναι το κυρίαρχο τραγούδι στους καιρούς μας; Παρακολουθείτε;
«Παρακολουθώ ό,τι κάνουν συνάδελφοι που εκτιμώ πολύ, όπως η Ελένη Καραΐνδρου, ο Νίκος Ξυδάκης, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Αγγελάκας κι ο Βολιώτης, για να αναφέρω μερικούς μόνο, και άλλοι νεότεροι. Παρακολουθώ πολύ τους νέους. Έχω ακούσει δεκάδες cd νέων τελευταία».

-Σε τι διέφεραν οι Αγώνες Τραγουδιού που οργανώνατε με τον Μάνο Χατζιδάκι στην Κέρκυρα και την Καλαμάτα από το σημερινό Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης;
«Νομίζω ότι προσπαθούν περισσότερο να στήσουν ένα διαγωνισμό τραγουδιού με κριτήρια τηλεοπτικού θεάματος. Είναι η λογική που έχει μπει μ’ αυτά τα διάφορα fame story και η οποία φοβάμαι ότι έχει επηρεάσει τη νέα γενιά, τα παιδιά που ζητούν να μετάσχουν στο φεστιβάλ. Ενώ οι αγώνες τραγουδιού της Κέρκυρας και της Καλαμάτας θέλησαν να δώσουν ένα βήμα στους νέους δημιουργούς για να εκφράσουν αυτό που καθένας ήθελε, όχι αυτό που ταιριάζει σ’ ένα συγκεκριμένο στιλ, το τηλεοπτικό. Διότι μπορεί το τραγούδι που κέρδισε πέρυσι στη Θεσσαλονίκη να ήταν πράγματι διαφορετικό, αλλά το όλο κλίμα αυτό δείχνει. Πάλι, όμως, δεν ξέρω και πολλά για το ζήτημα αυτό. Πιστεύω πάντως, όπως άλλωστε πίστευε κι ο Χατζιδάκις, ότι τέτοιοι αγώνες τραγουδιού δεν πρέπει να γίνονται κάθε χρόνο. Δεν βγαίνει αξιόλογο υλικό σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Κάθε δύο ή τρία χρόνια είναι καλύτερα».

-Γιατί δεν κάνετε συχνά συναυλίες με μουσική και τραγούδια σας;
«Να πάρω μια ομάδα μουσικών και να γυρίζω την Ελλάδα; Δεν νομίζω ότι κάποιος οργανωτής περιοδειών θα επένδυε για κάτι τέτοιο σε μένα, αλλά ούτε κι εμένα μ’ ενδιαφέρει να το κάνω. Μου αρέσει να κάνω μία συναυλία το χρόνο, όπως και κάνω, αλλά καλά οργανωμένη. Να έχω κάτι καινούργιο μέσα ή δοσμένο με αλλιώτικο τρόπο, να έχω τους καλύτερους μουσικούς, να έχω όσα χρειάζεται μια σωστή συναυλία».

Ο χρόνος εξ' ορισμού φίλος

-Κύριε Κυπουργέ, αυτή η απόσυρση από την πρωτεύουσα έχει μήπως και καμιά μεταφορική σημασία –μια απομείωση ίσως των ενδιαφερόντων σας για τα κοινά;
«Κατά παράδοξο τρόπο βλέπω ότι εκεί, στη Σύρο, τα κοινά με ενδιαφέρουν περισσότερο απ’ ό,τι όταν ζούσα εδώ. Θες επειδή εδώ σκορπιζόμουν, θες ότι εκεί έχω περισσότερο χρόνο, γεγονός είναι ότι αυτή τη στιγμή ξέρω τι συμβαίνει σε Γαλλία, Βενεζουέλα, Νταρφούρ, Αφγανιστάν… Απλώς εκεί φιλτράρεται η σκόνη της μάταιας γνώσης. Πράγματα άχρηστα με τα οποία εδώ μας βομβαρδίζουν κάθε μέρα από παντού. Φιλτράρονται αυτά κι έτσι σου επιτρέπεται να δεις και την άλλη πλευρά των πραγμάτων, όχι μόνο μαύρο άσπρο. Σε όλα. Και στον Σαρκοζί, και στον Ερντογάν, και στους Τούρκους στρατηγούς, σε όλα».

-Και στον Μπους;
«Αυτού, όχι στη Σύρο, αλλά και στο φεγγάρι ν’ αποσυρθώ, θα δυσκολευτώ πάρα πολύ να βρω θετικά».

-Έχει αρχίσει να σας δημιουργεί προβλήματα ο χρόνος που περνάει ή η σκέψη αυτή;
«Παραξενεύει πολλούς αυτό που θα πω, γιατί το έχω συζητήσει, αλλά εγώ πιστεύω ότι ο χρόνος που περνάει είναι χρόνος κερδισμένος. Κάθε μέρα που περνάει μας φέρνει μεν πιο κοντά στο θάνατό μας, αλλά από την άλλη είναι χρόνος παραπάνω. Πώς να μην είμαι φίλος με το χρόνο αφού κάθε μέρα μου προσφέρεται παραπάνω. Για μένα ο χρόνος είναι εξ ορισμού φίλος. Ποτέ δεν ένιωσα ότι πέρυσι ήταν καλύτερα από φέτος, ακόμα και μέσα σε μεγάλες δυσκολίες. Μεγαλώνουμε, ναι, γερνάμε, χάνουμε ομορφιά και δύναμη, χάνουμε πρόσωπα αγαπημένα, αλλά αυτή είναι η φυσιολογική πορεία κι εντωμεταξύ η κάθε μέρα φέρνει νέα δώρα. Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος μας».

-Το αισθάνεται πράγματι αυτό ένας όμορφος άνθρωπος όταν με τα χρόνια βλέπει τις χάρες να μαραίνονται –έστω κι αν παραμένει … Ντόριαν Γκρέι, όπως εσείς;
«Αυτά αντικαθίστανται από άλλα, και μάλιστα πολύ πιο βαθιά και ουσιαστικά. Εμένα δεν με πειράζει να γεράσω, θέλω να ζήσω και την εμπειρία των γηρατειών, μέσα στο παιχνίδι είναι κι αυτό. Μ’ όλες τις δυσκολίες του. Δεν θέλω να πάθω άνοια, ναι. Δεν θέλω να γίνω φυτό. Δεν θέλω να γίνω βάρος σε μια νοσοκόμα. Αλλά όσο ο χρόνος μου προσφέρει μέρες, τις χαίρομαι».

-Υπήρξαν στιγμές που είπατε «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα»;
«Ναι, βέβαια. Όταν ζεις μια πλήρη στιγμή –μια υψηλή στιγμή. Μέσα από την επαφή με έναν άλλο άνθρωπο, το σώμα και την ψυχή του, μέσα από έναν έρωτα, μια ουσιαστική επικοινωνία, μέσα από μια μουσική, ένα βιβλίο, μια εικόνα δίπλα στη θάλασσα… Άκουγα μια μέρα στη Σύρο τα κουαρτέτα του Μπετόβεν και ξαφνικά μ’ έπιασαν κλάματα. Νόμιζα ότι τα ήξερα, αλλά ξαφνικά μου αποκαλύφθηκαν αλλιώς. Γιατί το κανάλι ήταν καθαρό εκείνη τη στιγμή…».

-Έχετε ανεκπλήρωτες επιθυμίες;
«Μόνο αυτά τα έργα που θέλω να κάνω. Είμαι όμως σ’ αυτό το δρόμο, αν μη τι άλλο. Δεν πιέζομαι. Σιγά σιγά».

Ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό http://www.hridanos.gr