επικοινωνία ·  en | gr

o Νίκος Κυπουργός / Η μουσική του




08/04/2005

ΠΕΡΙ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΣ

(απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο του περιοδικού «Το Δέντρο», τεύχος 139-140, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2005)



Η σχέση μου με την ανάγνωση είναι κάπως ιδιαίτερη. Δεν ξέρω για τους άλλους μουσικούς, προσωπικά όμως βρίσκω πολλές αντιστοιχίες ανάμεσα στην ανάγνωση και την ακρόαση. (Κι' αφήνω κατά μέρος το ότι ακρόαση μπορεί να είναι και "εσωτερική", με την ανάγνωση της παρτιτούρας.) 'Οταν, πριν χρόνια, πρωτοδιάβασα τις σκέψεις του Προυστ γιά το διάβασμα, είχα υπογραμμίσει ουκ ολίγα χωρία τα οποία έβρισκα να ισχύουν εξίσου και για την ακρόαση. Δεν είχα παρά να αντικαταστήσω τη λέξη "ανάγνωση" με την λέξη "ακρόαση. Όπως, κατά τον Προύστ, η ανάγνωση πρέπει να αφυπνίζει, να "ξυπνά μέσα μας τη δική μας πνευματική ζωή" και όχι να την αναπληρώνει, να την υποκαθιστά, έτσι και η ακρόαση.  Η μοναχικότητα της ανάγνωσης, η επικοινωνία με πνεύματα σημαντικά που δεν θα συναντήσουμε ποτέ, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα του διαλόγου, ή ακόμα η αντίληψη ότι η ανάγνωση είναι μία ειλικρινής, ανυστερόβουλη φιλία που αποκλείει την υποκρισία, όλες αυτές και πολλές άλλες διαπιστώσεις ισχύουν απόλυτα και ως προς την ακρόαση της μουσικής. 

Συνειδητοποίησα ότι η αληθινή ακρόαση γίνεται κατά μόνας, όπως η ανάγνωση. Κι' ακόμα ότι αυτή η τόσο δίκαιη  σχέση του αναγνώστη (ή ακροατή) με το έργο, πέραν του ότι είναι αναγκαστικά ειλικρινής, είναι και εξ ορισμού αμοιβαία: Όσο προσφέρεσαι σ' αυτήν, τόσα σου προσφέρει κι' εκείνη. Το διάβασμα λοιπόν με βοήθησε να μάθω ν' ακούω καλύτερα.

Μίλησα περισσότερο για την ακρόαση, και πόσα η ανάγνωση μου δίδαξε γι' αυτήν. Η σχέση μου με την ανάγνωση τώρα, δεν επηρεάστηκε λιγότερο από την ακρόαση της μουσικής. Ίσως όλοι μας να διαβάζουμε και ν' ακούμε μουσική με παρόμοιο τρόπο ο καθένας. Εγώ πάντως αποφεύγω για παράδειγμα τις μεγάλες φόρμες (που δεν ταιριάζουν στην ιδιόρρυθμη μνήμη μου) τόσο ως ακροατής όσο και ως αναγνώστης. Μία μεγάλης διάρκειας όπερα με αποθαρρύνει όσο και ένα ογκώδες μυθιστόρημα. (Oι εξαιρέσεις ισχύουν πάντοτε). Εχω μια προτίμηση στις μικρές φόρμες, μουσικές μινιατούρες ή ποιήματα-επιγράμματα, μουσικές σουίτες ή συλλογές διηγημάτων. Ίσως επειδή απεχθάνομαι να αφήνω ένα έργο στη μέση. Ίσως επειδή μπερδεύω στο μυαλό μου ονόματα, ξεχνάω καταστάσεις, χάνω την αίσθηση μιάς εποπτείας της συνολικής δομής. Αυτή ακριβώς η αναζήτηση της δομής ενός έργου, κληρονομημένη από τον τρόπο που προσεγγίζω τη μουσική (η δομή εκεί μου φαίνεται συνήθως σαφέστερη), με κάνει να αγαπώ ιδιαίτερα ορισμένους "μουσικούς" συγγραφείς. Ορισμένες φορές, ένα βιβλίο 'μουσικά" δομημένο (και μάλιστα όχι απαραίτητα λογοτεχνικό) με εμπνέει περισσότερο στο να γράψω μουσική απ' όσο ένα μουσικό έργο.

Να λοιπόν πώς και η ακρόαση μ' έμαθε να διαβάζω καλύτερα.

***

Ανάγνωση και ακρόαση, παρ' όλες τις ομοιότητές τους, δεν συνεργάζονται. (Αφήνω κι' εδώ κατά μέρος τα "ηχογραφημένα' βιβλία, που προσωπικά με απωθούν). Κάθε μιά απ' τις δύο αυτές τόσο ισχυρές εσωτερικές λειτουργίες είναι αυτάρκης, δεν έχει ανάγκη την άλλη, αντίθετα διεκδικεί τον δικό της αποκλειστικό χρόνο. Να διαβάζεις ένα βιβλίο και ν' ακούς συγχρόνως ένα μουσικό έργο μου φαίνεται αφόρητο. Και άν τελοσπάντων μπορεί κάποιος να διαβάσει ακούγοντας (νομίζοντας πως ακούει) μουσική, είναι προφανώς αδύνατον ν' ακούσει μουσική διαβάζοντας. Η ανάγνωση πλεονεκτεί στο ότι δεν μπορεί ποτέ να είναι παθητική, ενώ η "ακρόαση" όχι μόνο μπορεί, αλλά καί έχει ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας την τάση να είναι παθητική. Φαίνεται ότι είναι τελικά πιό δύσκολο να μάθεις να ακούς.

***

Το κείμενο που γράφω αυτή τη στιγμή, το γράφω στον υπολογιστή. Αυτό βέβαια δεν είναι τόσο αυτονόητο, έπρεπε να αλλάξει ο αιώνας για να περάσω κι' εγώ από το χειρόγραφο στο πληκτρολόγιο. (Παρεμπιπτόντως, στο γράψιμο της παρτιτούρας ο υπολογιστής βοηθάει πολύ περισσότερο απ' ό,τι στο γράψιμο ενός κειμένου. Και μην ξεχνάμε, εμείς οι μουσικοί δεν περάσαμε από το ενδιάμεσο στάδιο της γραφομηχανής). Κερδίζω πάντως πολύ χρόνο, περισσότερο κι' απ' αυτόν που φανταζόμουν. Προσαρμογές κάθε είδους, αναδιατάξεις, αντίγραφα και, κυρίως, διορθώσεις -μόλις άλλαξα τη σειρά των λέξεων- γίνονται στο δευτερόλεπτο. Όποτε όμως χρειάζεται, με χαρά (και με μιά κρυφή νοσταλγία) επανέρχομαι στην "χειροκίνητη" διαδικασία: χαρτί, γόμα, μολύβι.

Κατανοώ λοιπόν τους συγγραφείς που γράφουν ακόμα στο χέρι ή στη γραφομηχανή. Απ' τη μιά, η δύναμη της συνήθειας. Απ' την άλλη, έχουν -καθώς λένε- σωστότερη σχέση με το χρόνο, δεν νιώθουν να τον χάνουν γράφοντας και σβύνοντας και ξαναγράφοντας αδιάκοπα. Κάθε εμπόδιο για καλό, και αυτό το εμπόδιο σίγουρα δεν είναι σημαντικό μπροστά στα άλλα, όταν κάθεσαι να γράψεις. 

Κατανοώ επίσης, κι' ακόμα περισσότερο, εκείνους που δεν θέλουν να πιστέψουν ότι το βιβλίο κάποτε θα χαθεί. Η τελετουργία του κοψίματος των σελίδων, η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου χαρτιού ή του φρεσκοτυπωμένου μελανιού, ή ακόμα η αφιέρωση στην πρώτη σελίδα, πώς να απεξαρτηθούμε απ' όλα αυτά; 

Εμείς καθόλου εύκολα. Ο αναγνώστης όμως του μέλλοντος δεν πιστεύω ότι θα αντιστέκεται στα πλεονεκτήματα μιας πλήρως ενημερωμένης παγκόσμιας βιβλιοθήκης, προσβάσιμης με το πάτημα ενός κουμπιού, απ' οπουδήποτε κι' αν βρίσκεται. Μια εύχρηστη πλακέτα, ή ένα ζευγάρι θαυματουργά γυαλιά, ή ποιός ξέρει τί άλλο, θα του δίνει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σ' όλα τα βιβλία του κόσμου τούτου. Και άν η ευκολία δεν είναι ο καλύτερος οδηγός, ο καλός αναγνώστης, όπως και ο καλός συγγραφέας, θα ξέρει πού ν' αναζητήσει τις αληθινές δυσκολίες. Τα βιβλία αργά ή γρήγορα θα καταλήξουν στα μουσεία, μαζί με τις μαρμάρινες επιγραφές και τους παπύρους, έχοντας μάλιστα κλείσει τον κύκλο της ζωής τους σε πολύ μικρότερη ηλικία απο κείνα.

Νίκος Κυπουργός