Όπερα για παιδιά

Άρθρα

Νίκος Κυπουργός: Όπερα για παιδιά, όροι και όρια

Στο Διεθνές Συνέδριο Μουσικής Παιδαγωγικής (ISME) που οργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2012, είχα την τιμή να παρουσιάσω, ως κεντρικός ομιλητής, μία εισήγηση με τίτλο Υπάρχει τραγούδι για παιδιά; Ισχυρίστηκα εκεί -όχι χωρίς κάποια προκλητική διάθεση- ότι το “παιδικό τραγούδι” είναι εν πολλοίς μία κατασκευή του 20ου αιώνα, του αιώνα της εξειδίκευσης και της μουσικής βιομηχανίας, που σκοπεύει στην οριοθέτηση και την εκμετάλλευση μιας τεράστιας αγοράς.
Ανάλογος διαχωρισμός δεν υπήρχε στο παρελθόν, όπως άλλωστε δεν υπήρχε και στους μύθους και τα παραμύθια. Οι παραμυθάδες και οι τροβαδούροι απευθύνονταν σε όλες τις ηλικίες και η κάθε μια εισέπραττε αυτό που της αναλογούσε. Το τραγούδι συνέδεε ανέκαθεν τον κόσμο των μικρών και τον κόσμο των μεγάλων αντί να τους διαχωρίζει με αυστηρά όρια. Κι όπως μου άρεσε να λέω από πολύ νέος, από την εποχή της Λιλιπούπολης, αν ένα τραγούδι δεν είναι καλό για τους μεγάλους δεν μπορεί να είναι καλό για τα παιδιά.

Στην «καθαρή μουσική» τα όρια έτσι κι αλλιώς δεν είναι τόσο ευδιάκριτα. Τα παραδείγματα στην κλασική μουσική είναι πολλά:
Από τη μια, έργα γραμμένα για παιδιά, που όμως ακούγονται εξίσου και από τους ενήλικες: Από τον Mozart και τον Schumann, τον Tchaikovsky και τον Prokofiev, τον Ravel και τον Saint-Saëns, μέχρι τον σύγχρονο Chick Corea, ή τον δικό μας Κωνσταντινίδη, μεταξύ άλλων. Αφήνω κατά μέρος τα έργα εκπαιδευτικού κυρίως χαρακτήρα, όπως ο Mikrokosmos του Bartόk.
Από την άλλη, έργα γραμμένα για μεγάλους που είναι ιδιαίτερα αγαπητά στα παιδιά. Όχι μόνο τα θεωρούμενα ως “εύληπτα” – ο Καρυοθραύστης κάνει θραύση – αλλά και κάποια “δύσκολα”, απέναντι στα οποία τα παιδιά αποδεικνύονται πολλλές φορές πιο ανοιχτά από τους μεγάλους. Κάποια έργα έχουν φαίνεται τη δύναμη να ενώνουν διαφορετικές ηλικίες και γενιές.

Ειδικότερα τώρα στο χώρο της όπερας για παιδιά, η παραγωγή πρέπει να πούμε ότι ήταν πάντοτε πολύ περιορισμένη. Πέρα από την όπερα – παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ του Humperdinck (1892) ή την οπερέττα Η ιδέα, νεανικό έργο του Gustav Holst (1896) που πρόσφατα γνωρίσαμε στη χώρα μας, μου έρχονται στο νου μόνο οι όπερες (τέσσερις μάλιστα) του César Cui γραμμένες ανάμεσα στο 1905 και 1913), το El Retablo de Maese Pedro του De Falla (1923) και βέβαια η λυρική φαντασία του Ραβέλ Το Παιδί και τα Μάγια (1925).  Μόλις το 2007 κυκλοφόρησε σε cd και η όπερα για παιδιά Brundibár του τσέχου-εβραίου συνθέτη Hans Krása (1899-1944), που πρωτοπαίχθηκε το 1943 κάτω από δύσκολες συνθήκες, με τη συμμετοχή παιδιών, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Theresienstadt. Εκτός από το έργο αυτό καθώς και τα έργα του Holst και του Cui, τα υπόλοιπα σίγουρα δεν γράφτηκαν για παιδιά και δεν απευθύνονται αποκλειστικά σ’ αυτά.
Προφανώς ένα λιμπρέτο βασισμένο σε παραμύθι δεν καθιστά το έργο αυτόματα «για παιδιά», όπως άλλωστε βλέπουμε και στο Αηδόνι του Στραβίνσκι (1917), ή στην Μικρή Αλεπουδίτσα του Γιάνατσεκ (1923) ή ακόμα στο Where the Wild Things Are του Oliver Knussen (1983). Εν τούτοις, το ύφος και η αμεσότητα της μουσικής υποδηλώνει κάτι περισσότερο από μία απλή αναφορά στο παραμύθι. Φαίνεται ότι, όσο οι μικροί βιάζονται να μεγαλώσουν, άλλο τόσο οι μεγάλοι (είτε ως δημιουργοί είτε ως ακροατές) θέλουν να παραμείνουν παιδιά.

Σαν συνέχεια κάποιων σημαντικών ανάλογων έργων του δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όπως ο Amahl and the Night Visitors (1951) και The Boy Who Grew Too Fast (1982) του Menotti, ή το Noye’s Fludde του Britten (1958), έργο που η εκτέλεσή του απαιτεί και τη συμμετοχή δεκάδων παιδιών, στον αιώνα μας ολοένα και περισσότεροι συνθέτες στην Ευρώπη και στην Αμερική καταπιάνονται με το είδος. Δύσκολα όμως τα έργα αυτά μπαίνουν στο διεθνές ρεπερτόριο και σπάνια εκδίδονται σε δίσκους. Ενδεικτικά:
Το 2007 ο Άγγλος Jonathan Dove έγραψε τις Περιπέτειες του Πινόκιο (The Adventures of Pinocchio).
Το 2010 ο Γιώργος Απέργης έγραψε μία τριανταπεντάλεπτη όπερα και για παιδιά, Le Petit Chaperon Rouge (Η Κοκκινοσκουφίτσα), την οποία είδε ο φίλος συνθέτης Περικλής Λιακάκης στη Βιέννη και, όπως μου είπε, εντυπωσιάστηκε τόσο από το έργο όσο και από το γεγονός ότι τα παιδιά την παρακολουθούσαν μαγεμένα, μαζί με τους μεγάλους.  
Το 2014 ο Michaël Levinas έγραψε τον Μικρό Πρίγκιπα που κυκλοφόρησε σε cd το 2017. Όπως και το βιβλίο του Saint-Exupéry, το έργο δεν απευθύνεται μόνο αλλά και σε παιδιά. (Από τον Levinas μαθαίνουμε και ότι ο Μικρός Πρίγκιπας είχε ήδη γίνει όπερα στην αγγλική, τη γερμανική και τη ρωσική γλώσσα, αλλά ποτέ πριν στη γαλλική).

Είναι αλήθεια ότι τα περισσότερα λυρικά θέατρα εξακολουθούν να αρκούνται στον Καρυοθραύστη και στο Μαγεμένο Αυλό, ή το πολύ-πολύ στο Χάνσελ και Γκρέτελ, όταν πρόκειται να συστήσουν ένα έργο στο νεότερο ακροατήριό τους.
Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις: Η Όπερα της Βιέννης τιμά ιδιαίτερα τις παραστάσεις όπερας για παιδιά (ο όρος όπερα εδώ ας εκληφθεί με την ευρύτερη έννοια του μουσικού θεάτρου). Επίσης, η Kinderoper της Κολωνίας που ιδρύθηκε το 1996 και είναι η πρώτη όπερα αποκλειστικά για παιδιά στη Γερμανία. Από τον Μάρτιο του 2016 συστεγάζεται με την Grand Opera. Παρουσιάζει όπερες – παραμύθια, όπερες της προκλασικής, της κλασικής και της ρομαντικής περιόδου αλλά και σύγχρονα έργα σε πρώτη εκτέλεση. Μπορούν να τις παρακολουθήσουν παιδιά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αλλά και της προσχολικής ηλικίας, ανάλογα με το έργο. Απευθύνονται όμως εξίσου και στους γονείς. Συχνά συνδυάζονται με παράλληλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες για παιδιά: Θέατρο, μουσικά παιχνίδια, τραγούδι, ζωγραφική.
Το 2018 έμαθα στο Βουκουρέστι και για την Opera Comica, που το ρεπερτόριό της (όπερα, οπερέτα, μιούζικαλ) είναι αφιερωμένο στα παιδιά. 
[Μιας και το ‘φερε η κουβέντα, και αφού τα όρια του μουσικού θεάτρου σήμερα έχουν πλέον διευρυνθεί, θα άξιζε νομίζω να ασχοληθεί κάποιος μελετητής και με το είδος του μιούζικαλ για παιδιά (είδος υποτιμημένο όχι μόνο λόγω του «ελαφρότερου» χαρακτήρα του αλλά και λόγω της κακοποίησης που υφίσταται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας). Το μιούζικαλ το γνωρίσαμε κυρίως μέσα από το σινεμά. Από τη Μαίρη Πόπινς, τη Μελωδία της Ευτυχίας ή αργότερα τον Βιολιστή στη Στέγη, ως τις σύγχρονες υπερ-παραγωγές του Χόλυγουντ, οι κινηματογράφοι τα Χριστούγεννα κατακλύζονται από «οικογενειακές» μουσικές ταινίες που σε πολλές περιπτώσεις δεν υποτιμούν ούτε τα παιδιά ούτε τους γονείς τους].

Στην Ελλάδα, παρ’ όλη την έλλειψη οπερατικής παιδείας και την σχετικά περιορισμένη παραγωγή έργων όπερας, τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί αρκετές όπερες για παιδιά. Αναφέρω ενδεικτικά: Μόμο του Άλκη Μπαλτά (1997), Οι Δραπέτες της Σκακιέρας του Γιώργου Κουρουπού (2001), Ποιός έκανε πιπί στο Μισισιπή του Ιωσήφ Βαλέτ (2008), Το Μαγικό Βιολί του Νίκου Ξανθούλη (2011), Προσοχή ο Πρίγκιπας Λερώνει της αφεντιάς μου (2013), Η Βασίλισσα του Χιονιού του Θοδωρή Αμπαζή (2014). Αν προσθέσουμε και κάποια μουσικά παραμύθια όπως Η Συνέλευση των Ζώων του Κουρουπού (1981), τα Παραμύθια των αδελφών Γκριμμ του Γιώργου Κουμεντάκη (1996) ή Η Πετρόσουπα του Στάθη Γυφτάκη (2014), βλέπουμε μια παραγωγή απροσδόκητα μεγάλη αναλογικά με άλλες χώρες. Είναι εντυπωσιακό επίσης το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα έργα αυτά έχουν δισκογραφηθεί. (Ας με συγχωρέσουν εδώ οι δημιουργοί που παρέλειψα να αναφέρω. Ελπίζω οι αναφορές μου να αποτελέσουν έναυσμα για μία πιό εμπεριστατωμένη μουσικολογική προσέγγιση).

Και κάποιες σκέψεις πάνω στα όρια ανάμεσα στην όπερα για μεγάλους και για παιδιά.
Το έργο Οι Δραπέτες της Σκακιέρας ο Κουρουπός αποφεύγει να το χαρακτηρίσει αποκλειστικά «όπερα για παιδιά». Εγώ πάλι το Προσοχή ο Πρίγκιπας Λερώνει το ονομάζω «όπερα και για παιδιά». Γι’ αυτό άλλωστε, πέρα από τις πρωινές παραστάσεις για παιδιά προβλέφθηκαν από τη Λυρική Σκηνή και βραδινές παραστάσεις για μεγάλους.
Το 1994, κατόπιν παραγγελίας του ΟΜΜΑ, έγραψα το Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει, το οποίο, ενώ δεν γράφτηκε αρχικά για παιδιά, παρουσιάστηκε –δικαιολογημένα– και σαν τέτοιο στην πρόσφατη «αναβίωσή» του. Είναι μία περίπτωση που ο ίδιος ο συνθέτης δεν προαποφασίζει σε ποιό κοινό απευθύνεται; Ή απλώς τα όρια είναι σχετικά; Στον αντίποδα, για την ίδια εκείνη βραδιά στο Μέγαρο, το οποίο είχε παραγγείλει τα έργα ως αναφορά στο μιούζικαλ, ο Κουρουπός είχε γράψει την Κοκκινοσκουφίτσα που, παρά την αναφορά στο γνωστό παιδικό παραμύθι του Άντερσεν, κάθε άλλο παρά σε παιδιά απευθυνόταν. Το ίδιο θέμα συναντάμε λίγα χρόνια αργότερα και στην όπερα Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο Καλός Λύκος του Χαράλαμπου Γωγιού (1998), η οποία επίσης δεν απευθύνεται σε παιδιά. 

Υπάρχει τελικά όπερα για παιδιά; Ή ακόμα, μπορεί μία όπερα να ψυχαγωγεί συγχρόνως παιδιά και μεγάλους; Πιστεύω ότι τα όρια και οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε τέχνη για παιδιά και για μεγάλους είναι ρευστά. Υπάρχουν οπωσδήποτε διαφορές από ηλικία σε ηλικία, μπορεί ας πούμε να μην πρέπει να μυήσουμε τα παιδιά στην όπερα ξεκινώντας από το Δαχτυλίδι του Βάγκνερ. Αλλά η Όπερα, η Μουσική γενικά και όλες οι Τέχνες γενικότερα, που συνεργάζονται πλέον κι αυτές χωρίς σαφή όρια ανάμεσά τους, θα βρίσκουν πάντοτε τρόπους -με την προυπόθεση ότι σέβονται τις ιδιαιτερότητες αλλά και τα κοινά της κάθε ηλικίας- να ενώνουν όλους όσους μοιράζονται τον ίδιο κόσμο, μικρούς και μεγάλους. 

Νίκος Κυπουργός, 2018

(Κείμενο γραμμένο αρχικά για το Μουσικολογικό Συμπόσιο “Ελλάδα και Όπερα”, 10 Ιουνίου 2016)