Η ενορχήστρωση στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι

Άρθρα

Η ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Μία πρώτη προσέγγιση

Τα πρώτα έργα που ο ίδιος ο Χατζιδάκις θεώρησε άξια αρίθμησης είναι γραμμένα κυρίως για σόλο πιάνο ή για φωνή και πιάνο: Για μια μικρή λευκή αχιβάδα (1947), Έξι λαικές ζωγραφιές (1949-50), Το καταραμένο φίδι (1950), Ιονική σουίτα (1952-53), Ο κύκλος του CNS (1954). Οι συνθέσεις ορχηστρικής μουσικής στην περίοδο αυτή περιορίζονται στο μπαλέτο Μαρσύας (1949) και στη μουσική για θεατρικά έργα και ταινίες.
Η ενασχόλησή του ακριβώς για τη μουσική στο θέατρο και τον κινηματογράφο είναι που έδωσε στον Χατζιδάκι την ευκαιρία να ανακαλύψει και να μελετήσει τα χρώματα των οργάνων στην πράξη. Παράλληλα, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, άκουγε και ανακάλυπτε από δισεύρετους δίσκους, έργα κλασικής και πιό σύγχρονης μουσικής, όπως «τις συμφωνίες του Μάλερ, που ήταν άκουσμα πρωτόφαντο για κείνη την εποχή», όπως μας λέει ο Μένης Κουμανταρέας. Πέρα όμως από τα «διαχρονικά» ηχοχρώματα της κλασικής ορχήστρας, το διαρκώς ανήσυχο πνεύμα του Χατζιδάκι τον εξωθούσε και στην ανακάλυψη των ελληνικών λαικών οργάνων, όπως το μπουζούκι.
Θα χρειαζόταν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για την τεράστια συμβολή του Χατζιδάκι στην εξοικείωση του «αστικού» κοινού με το «λαικό» χρώμα (ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν αυτός ο στόχος του), τόσο μέσα από τη χρήση λαικών οργάνων στη δική του μουσική όσο και μέσα από τις διασκευές ρεμπέτικων και λαικών τραγουδιών για «δυτικά» κυριως όργανα: Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη (1962) και αργότερα, στην ώριμη περίοδό του, Ο σκληρός Απρίλης του ’45 (1972) και Τα Πέριξ (1974).
Ας αρκεστούμε εδώ σε μία παρατήρηση για το μπουζούκι: Μετά την «νομιμοποίησή» του και αργότερα την ισοπεδωτική επικράτησή του, ο Χατζιδάκις το χρησιμοποίησε μόνο κατ’ εξαίρεσιν και πάντοτε με έναν ιδιαίτερο τρόπο.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και για περίπου δέκα χρόνια ασχολείται ολοένα και περισσότερο με τη μουσική για το θέατρο και κυρίως για τον κινηματογράφο. «Λυσσαλέα και δημιουργική επαφή με τη μουσική σε μια υπερπαραγωγή. Παράλληλα, μία ατυχής επαφή με το ελαφρό τραγούδι που μου χάρισε λαικότητα ανεπιθύμητη…», σημειώνει ο ίδιος. Στην περίοδο αυτή θα συναντήσουμε, είναι αλήθεια, μέσα στο πλήθος των ηχογραφήσεων, δίπλα σε ενδιαφέρουσες προτάσεις, ενορχηστρώσεις βιαστικές, κάποτε άτεχνες, αλλά σπανίως αδιάφορες.
Είναι η εποχή που κατηγορείται ως ασυνεπής στη διαρκή αναμέτρησή του με το χρόνο –η μουσική του για το θέατρο έφτανε κάποτε την ημέρα της πρεμιέρας– και χρεώνεται τη φήμη του συνθέτη «της τελευταίας στιγμής» που προετοίμαζε ελάχιστα τις ηχογραφήσεις ή συνέθετε κατ’ ευθείαν μέσα στο στούντιο ενώπιον των μουσικών. Η ευκολία του μάλιστα αυτή έδωσε την εντύπωση σε αρκετούς νεότερους συναδέλφους του ότι μπορούν να τον μιμηθούν.
Στα σημαντικότερα πάντως έργα του αυτής της περιόδου συναντούμε μία εξελιγμένη πλέον ενορχηστρωτική γραφή, με τολμηρούς συχνά ηχοχρωματικούς συνδυασμούς. Θα αρκεστώ ενδεικτικά στη μουσική του για τις ταινίες Ελλάς η χώρα των ονείρων (1960) και Αμέρικα – Αμέρικα (1963), καθώς και τα θεατρικά Οδός Ονείρων (1962) και κυρίως Όρνιθες, στην τελευταία τους μορφή (1964). Στα έργα αυτά επιπλέον κυριαρχεί ένα έντονα προσωπικό «ελληνικό» χρώμα.
Από εδώ και μετά, βλέπουμε μία σχεδόν απότομη μεταστροφή του Χατζιδάκι –ή μήπως το κλείσιμο μιας παρένθεσης;- σε πολλά επίπεδα: Αποκηρύσσει τα «ελαφρά» και «εμπορικά» τραγούδια, όπως τα χαρακτηρίζει, στα οποία ώφειλε μια «παρεξηγημένη» φήμη, και περιορίζει, από το 1964, τη συνθετική του δραστηριότητα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, σχεδόν αποκλειστικά σε ορισμένες ξένες ταινίες.
Αναζητά πάλι επαφή με τη «σοβαρή» μουσική και κυρίως τη σύγχρονη δημιουργία, ιδρύοντας και διευθύνοντας την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964) και δίνοντας μαζί της είκοσι συναυλίες μέσα σε τρία χρόνια, με πρεμιέρες 15 Ελλήνων συνθετών. Αφιερώνει πλέον περισσότερο χρόνο στις προσωπικές του αναζητήσεις. Με τη Μυθολογία (1965) ξαναγυρίζει στους κύκλους τραγουδιών, οι οποίοι από δω και πέρα θα προορίζονται πάντοτε για οργανική συνοδεία. Η πείρα που έχει πιά αποκτήσει του επιτρέπει να χειρίζεται πιό άνετα τα κλασικά όργανα, αλλά και να προτείνει νέα ηχοχρώματα, όπως αυτό του harpsichord στον Καπετάν Μιχάλη (1966). Χαρακτηριστικό της στροφής αυτής του Χατζιδάκι είναι το εξής ανέκδοτο: Όταν ο Άγγλος διευθυντής της Columbia του ανακοίνωσε στενοχωρημένος ότι η Μυθολογία είχε ανέλπιστα πουλήσει μόνο 700 αντίτυπα, ο Χατζιδάκις χαμογέλασε και απάντησε: «Επιτέλους, ξαναβρίσκω το αληθινό μου κοινό».
Ακολουθεί η περίοδος της Αμερικής, περίοδος περισυλλογής, ανακατατάξεων και νέων αναζητήσεων. Εδώ ο Χατζιδάκις, μακριά από την ελληνική πραγματικότητα, έρχεται σε άμεση επαφή με την αμερικανική ροκ σκηνή, που βρίσκεται στη μεγάλη της ακμή, αλλά και με τις κάθε λογής τάσεις της ζωντανής μουσικής δημιουργίας. Μελετάει παρτιτούρες και ακούει συνθέτες του παρόντος και του παρελθόντος, σχεδιάζοντας ήδη τις τομές που θα πραγματοποιήσει αεγότερα στο χώρο των ορχηστρών στην Ελλάδα. Η επαφή του με τις μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες που είχε αρχίσει από το 1964 (πάλι στην Αμερική, αλλά ως επισκέπτης τότε) με το Χαμόγελο της Τζοκόντας -την ευθύνη της ενορχήστρωσης του οποίου δεν έφερε κυρίως ο ίδιος (¹)– συνεχίστηκε με τη μουσική για τις ταινίες Blue (1968), The Heroes (1969) και The Martlet’s Tale (1970), για την ενορχήστρωση των οποίων συνεργάστηκε, όπως η χολυγουντιανή πρακτική συνηθίζει, με επαγγελματίες ενορχηστρωτές(²).
Αυτή η περιορισμένη –σε σχέση με το παρελθόν– συνθετική παραγωγή, συμπληρώνεται όμως και μ’ ένα δίσκο – έκπληξη, το Reflections (1968), που του έδωσε την ευκαιρία να συνεργαστεί με τους New York Rock ‘n’ Roll Ensemble, και να συνδυάσει κλασικά πνευστά και έγχορδα με ροκ όργανα αλλά και με μπουζούκι (³). Στο έργο αυτό η διαύγεια και η οικονομία στην ενορχήστρωση τον απασχολούν όσο ποτέ πριν.
Παράλληλα, στην Αμερική ο Χατζιδάκις γράφει τη Ρυθμολογία για πιάνο και προετοιμάζει ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα του της “ώριμης” περιόδου που θα ακολουθήσει μετά την επιστροφή του, το 1972, στην Ελλάδα: Η εποχή της Μελισσάνθης, Αμοργός και Ο Μεγάλος Ερωτικός. Με τον Μεγάλο Ερωτικό (1972), ο Χατζιδάκις εισάγει μία νέα αισθητική, η οποία πέρα από την κορυφαία μελοποιία και την ανανεωμένη αρμονική και αντιστικτική γραφή, πολλά οφείλει και στην άρρηκτα δεμένη με αυτές ενορχήστρωση. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά έγχορδα (βιολί, μαντολίνο, κιθάρες, λαούτο, πιάνο, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, και, σχεδόν υπαινικτικά, μπουζούκι), παράγει έναν απρόσμενο πλούτο ηχοχρωμάτων σε μία θαυμαστή οικονομία που εξασφαλίζει πρωτοφανή λιτότητα και διαύγεια. Τα όργανα έχουν ένα σαφή ρόλο, δεμένο όσο ποτέ άλλοτε με τη μελωδική και αντιστικτική γραφή αλλά και με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του το καθένα, και αιτιολογημένο ως την τελευταία νότα.
Τη μεγάλη αυτή σημασία που δίνει ο Χατζιδάκις στην ενορχήστρωση (οι παρτιτούρες του είναι πλέον επιμελώς προετοιμασμένες κι ας αφήνει κάποτε περιθώρια επιμέρους αναζητήσεων μέσα στο στούντιο), θα συναντήσουμε και στα μεταγενέστερα έργα του, όπως τα Παράλογα (1976), Η εποχή της Μελισσάνθης (1980), Πορνογραφία (1982), Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς (1983), Οι μύθοι μιας γυναίκας (1988), καθώς και στα κινηματογραφικά Sweet movie (1974) και Ταξίδι του μέλιτος (1978).
Στους βασικούς μουσικούς, με τους οποίους ο Χατζιδάκις συνεργαζόταν από την προ της Αμερικής περίοδο, προστίθενται νέοι, που εισάγουν όργανα όχι συνηθισμένα στο χώρο του τραγουδιού, κυρίως πνευστά, και συμπληρώνουν έτσι ένα κλασικό σύνολο, μία ορχήστρα δωματίου, με συνήθως κυρίαρχο, πάντως, το ρόλο των νυκτών και του πιάνου. Η φωνή, κατά τα κλασικά πρότυπα, έχει το ρόλο ενός “πρώτου μεταξύ ίσων” οργάνου. Αποτελούμενο από αυστηρά επιλεγμένους μουσικούς (4), το κλασικό αυτό σύνολο, με το οποίο ο Χατζιδάκις αποκτά μία λίγο ως πολύ σταθερή σχέση, κυριαρχεί στις ενορχηστρώσεις του της τελευταίας περιόδου. Με αυτό το σύνολο, άλλωστε, επιδιώκει και την αναθεώρηση της ενορχήστρωσης πολλών σημαντικών έργων του των πρώτων περιόδων.
Ο Χατζιδάκις συναντά τον κλασικό ήχο με έναν τρόπο σύγχρονο, καθόλου συμβατικό, απελευθερώνοντας το τραγούδι –το κύριο αντικείμενο της δημιουργίας του– από προηγούμενα στερεότυπα. Και προσδίδει στα μεγάλα έργα του έναν χαρακτήρα διαχρονικό, που τον δικαιούνται.

Νίκος Κυπουργός

Δημοσιεύτηκε στην “Καθημερινή”, 6 Ιουνίου 1999 (ένθετο αφιέρωμα στο Μάνο Χατζιδάκι).

Σημειώσεις 2020:

(¹) Την ενορχήστρωση στο Χαμόγελο της Τζοκόντας έκανε ο Billy Byers (1927-1996).

(²) Την ενορχήστρωση του Blue έξανε ο Léo Arnaud (1904-1991).

(³) Σε μία από τις συναντήσεις μας με τον Michael Kamen στο Λονδίνο, το 2002, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, γνωρίζοντας την κλασική του παιδεία και το συνθετικό του έργο στο σινεμά αλλά και τη συνεργασία του ως ενορχηστρωτή με τους Pink Floyd και τους Queen, τον ρώτησα αν είχε συμβάλει στην ενορχήστρωση ή στις αντιστικτικές γραμμές του Reflections, στο οποίο έπαιζε όμποε και τραγουδούσε ως μέλος του New York Rock & Roll Ensemble. Όχι, μου είπε, όλα ήταν του Χατζιδάκι.

(4) Στους παλαιότερους Δημήτρη Βράσκο (βιολί – μαντολίνο), Νίκο Γκίνο (κλαρινέτο), Ανδρέα Ροδουσάκη (κοντραμπάσο), προστίθενται μεταξύ άλλων οι: Σωκράτης Άνθης (τρομπέτα), Στέλλα Γαδέδη και Παναγιώτης Δράκος (φλάουτο), Σπύρος Καζιάνης (φαγκότο), Στέλλα Κυπραίου (κιθάρα), Βαγγέλης Σκούρας (κόρνο), Σωτήρης Ταχιάτης (βιολοντσέλο), Τάσος Καρακατσάνης και Ιρίνα Βαλεντίνοβα – Καρπούχινα (πιάνο). Οι περισσότεροι θα συμμετάσχουν και στην Ορχήστρα των Χρωμάτων που ο Χατζιδάκις ίδρυσε το 1989, καθώς και στο Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις (1996-2006).